Δευτέρα, 5 Μαρτίου 2012

Μ. Γ. Ανδρουλιδάκη, «Γλώσσα και λαϊκός πολιτισμός στο κρητικό δημοτικό τραγούδι».

Μανόλη Γ. Ανδρουλιδάκη, [1]  «Γλώσσα και λαϊκός πολιτισμός στο κρητικό δημοτικό τραγούδι».

Abstract
   H study of folk songs does not only examine circumstances of daily life but evaluates according to the linguistic laws the morphology and syntactic structure of popular language. The linguistic landscape of municipal songs reflects [en] takes place the all declarative elements of traditional community. Thus the place and the way of expression, elements that mainly it presents the present study, imply important aspects of expression and communication of persons. With the use of indicative examples, by collections of Cretan folk songs, [eikonizetai] the degree of familiarity of anonymous author with the space and at extension the consequent expressions of his life, in the light of development of popular culture.



Λέξεις-κλειδιά :
δημοτικό τραγούδι, ριζίτικο, λαϊκός πολιτισμός, δημοτική γλώσσα, μοτίβα, επικλήσεις, φυσικό περιβάλλον, κύκλος συναισθημάτων, παραδοσιακή μνήμη.

      Είναι γνωστό στους ερευνητές και αναγνώστες της δημοτικής παράδοσης ότι από τα σημαντικότερα κεφάλαια της μουσικής παράδοσης της Κρήτης είναι  το δημοτικό  τραγούδι. Στις  παραδοσιακά οροθετημένες περιοχές τοποθετούμε κατά κανόνα  την γενέτειρα παραγωγής, ή καλύτερα σύνθεσης, της παραδοσιακής μνήμης, σε έμμετρη μορφή, αυτής των δημοτικών τραγουδιών. Οι δηλωτικές φάσεις της ζωής, χαρούμενες ή δυσάρεστες, ακολουθούν ένα ιδιότυπο χρονολόγιο[1][1], που αξίζει συστηματικότερης έρευνας. Η οργανωμένη κρητική κοινωνία, από τις απαρχές της ενετοκρατίας[2][2], δεν αποτυπώνει στα τραγούδια αυτά μόνο τις εκδηλώσεις μνήμης αλλά ουσιαστικά διαχέει όλες τις πληροφορίες που απηχούν τις αντιλήψεις και τα ιδεολογήματα από το κοινωνικό γίγνεσθαι της εγγύτερης ή ευρύτερης κοινωνικά ή διαλεκτικά περιοχής.  Οι γλωσσικές μεταπτώσεις και σημασιολογικές μεταβολές είναι υπαρκτές και σταδιακά εξελισσόμενες στον κοινωνικό περίγυρο,  (μετακινήσεις ανθρώπων, συναντήσεις σε θρησκευτικές, γιορταστικές ή επαγγελματικές καταστάσεις κ. α).
Κατά τον Στίλπωνα Κυριακίδη[3][3] οι ρυθμικές σωματικές κινήσεις παραπέμπουν σε γλωσσικούς-ρυθμικούς αυτοσχεδιασμούς, η συγκυρία ωστόσο ή η ανάμιξη των γεγονότων και πληροφοριών θέλουν τον δημιουργό ν’ ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των περιστάσεων. Τα παραπάνω μπορούν να γίνουν κατανοητά αν εκτιμηθεί το γεγονός ότι ύστερα από ένα κεντρικό θέμα, επιμερίζονται θεματικά σε μικρότερους θεματικούς κύκλους γεγονότα με κοινή αφετηρία.
1.   Για πολλούς ερευνητές η μεταφορά σε στίχους θεμάτων κοινωνικής ζωής θεωρείται «μη συνειδητή απομνημόνευση» με την έννοια ότι υπήρχε αδιαμόρφωτο γλωσσικό υλικό από άλλες εκδηλώσεις το οποίο μεταπλάστηκε  με την δεξιοτεχνία του δημιουργού[4][4].
Τα πρώτα σπαράγματα της απρόσωπης ή «απειροπρόσωπης» αυτής δημιουργίας, μπορούσε να τα ανασυνθέσει κάποιος, ανάλογα με τις περιστάσεις ή τις  προτροπές της παρέας. Οι  επικλήσεις στο Θεό, τους αγίους, τη μοίρα, τις «θεάνθρωπες ή ανθρωποποιημένες» φυσικές δυνάμεις, δεν εξιδανικεύουν απλώς, το δημιούργημα του ποιητή αλλά γενικεύουν σ’ ένα βαθμό το περιβάλλον γνώσης του ορατού κόσμου (κοσμογνωσία), την ανάδειξη της τοπικής ιδιοσυγκρασίας των ανθρώπων.
Αν πάλι θεωρήσουμε ότι το τραγούδι αποτελεί δείκτη ύφους και παιδείας[5][5] της κοινωνίας, πρέπει να γνωρίζουμε την προ-δημοτική παράδοση, τους ποικίλους συμβολισμούς και τις αλληγορικές αποδόσεις των κοινωνικών θεμάτων, (διάρκεια, παραλλαγή, σύνδεση με το εορτολόγιο, το κοινωνικό υπόβαθρο των προσώπων, κ.τ.λ.). Τον προβληματισμό τούτο ενισχύει η γενικότερη εντύπωση –πρόσληψη  ότι τα θέματα των τραγουδιών αυτών είχαν μεγαλύτερη απήχηση ως οικεία ή μυθολογούμενα στον κοινωνικό χώρο, (δείγματα προθεματικής παράδοσης).
Ο κοινωνικός χώρος που ποικίλει ως χώρος-ανθρώπινο σύνολο, δεν είναι αυτονόητα ομοιογενές ως προς τη γεωγραφική, γενεαλογική και οικονομική του υπόσταση. Η οικοδόμηση του προφορικού λόγου ακολουθεί ποικίλους σχηματισμούς και νοηματοδοτήσεις : όπως ο βαθμός αντίληψης-πρόσληψης του περιβάλλοντος, το επίπεδο περιγραφικότητας, ποια στοιχεία κυριαρχούν στην ανάδειξη ή τον επιτονισμό του θέματος, ο ρόλος δευτερευόντων θεμάτων και η αξιολογική τους θέση στις παραλλαγές[6][6].
Ο προβληματισμός που προκύπτει από τα παραπάνω είναι σε ποιο βαθμό συνυπάρχουν και αλληλοεπηρεάζονται ο αυτοσχεδιασμός και η συνθετική όσο και εκτελεστική διαδικασία του τραγουδιού ;  Η καθημερινή ενασχόληση, η επετειακή θέση ενός γεγονότος, η συμφιλιωτική τάση με το περιβάλλον εγκατάστασης των ανθρώπων, το θρησκευτικό και οικονομικό υπόβαθρο των μελών του κοινωνικού χώρου κ. ά., συνθέτουν ορισμένα μόνο στοιχεία ή αποτελούν την κυρίαρχη ύλη ;
Επιλεκτικά θα εξετάσουμε τις περιπτώσεις εκείνες που μεταγράφουν την εξέλιξη της ψυχικής δύναμης του ανθρώπου, ως απόπειρα διαφυγής από τις δυσκολίες της ζωής. Στον αιρετικό, ίσως για την περίπτωσή μας, όρο «σατυρικός» προσδίδω χαρακτηριστικά της συναισθηματικής έξαρσης του μυστικισμού των ανθρώπων, που φθάνει να θυμίζει το διονυσιακό περιβάλλον.
Κατά κανόνα τα «δημοτικά στοιχεία» κατά κανόνα προβάλλουν τον ηρωικό ή όποιο άλλο στοιχείο εξιδανικεύει κατά περίσταση τον κοινωνικό χώρο. Ωστόσο υπάρχει εν δυνάμει το στοιχείο της επίκλησης και της σταδιακής εκ πεποιθήσεως στάσης του ανθρώπου απέναντι στις δυσκολίες της ζωής. Οι ανατροπές της καθημερινότητας δεν ακυρώνουν την υπεράσπιση των αξιών της ζωής.
Στα ριζίτικα τραγούδια οι συναισθηματικές εξάρσεις, οι αναφορές σε θρησκευτικούς και θρησκευόμενους τόπους απηχούν τις βιωματικές εμπειρίες αλλά και τις λεπτομέρειες εκείνες που κινούνται ως θεματικοί κύκλοι : από το φαίνεσθαι στο δέον γενέσθαι.  Η παρουσία της ομάδας που πλαισιώνει και ακολουθεί ρυθμικά τον εκτελεστή του τραγουδιού δεν είναι ως φαίνεται αμελητέα ούτε μπορεί να ερμηνευθεί ως βοηθητική  για τις επαναλήψεις.  Οι αναφορές στα φυσικά στοιχεία είναι πολλές και καλλιεργούν σταδιακά μια ευφάνταστη διάθεση για τον άνθρωπο του κλειστού χώρου. Έτσι για παράδειγμα τα προσκυνήματα απηχούν στη συνείδηση πέρα της εκπλήρωσης, ένα πρωτόνοιο γιορταστικό περιβάλλον με έντονο ή όχι παγανιστικό περιεχόμενο[7][7]. Όπως άλλωστε γράφει ο Π. Κεδραίος  : « ..οι αναφορές των τραγουδιών στο θάνατο, την ελευθερία, τις χαρές της ζωής, δείχνουν τον αγώνα του ανθρώπου για την υπεράσπιση των αξιών της  απέναντι στη φθορά του χρόνου. Η διαπίστωση αυτή αποτελεί την αφετηρία για τη διαβεβαίωση της τιμής και της υπόληψης του Κρητικού[8][8] ».
2.   1ο Σε τραγούδι από τη συλλογή της Ειρήνης Σπανδωνίδου[9][9] : Κρητικά τραγούδια. Σφακιανά ριζίτικα  :
Χριστέ, και να κατέβαινε βρύση απου τη μαδάρα, να κατεβεί κλιτά κλιτά στ’ Ασκύφου το Λιβάδι, να βρει τσι γούρνες αδειανές, να μπει να τσι γεμίσει, να πλύνου οι ανίπλυτες, να πλύνουν κι οι πλυμένες, να πλύνει κι η Κανάκαινα τα αιματωμένα ρούχα.
Σε πρώτη ανάγνωση εντοπίζουμε το θέμα της επίκλησης προς το θείο (ακολουθώντας τις φόρμες ενός κλασικού δημοτικού τραγουδιού). Το στοιχείο αυτό είναι εξάλλου συχνό μοτίβο στη δημοτική ποίηση. Μια προσεκτική εξέταση του κειμένου, χωρίς να παραβλέπεται ότι πολύ συχνά αναιρείται έτσι η αισθητική  του ολότητα, καταδεικνύει ότι : α. η εξιστόρηση είναι σύντομη και ρεαλιστική (το γεγονός του πόνου για το χαμό ενός παλικαριού και η ιδιότυπη παρουσία της γυναίκας, μοτίβο συχνό στο δημοτικό τραγούδι), β. η δύναμη του Χριστού είναι εκείνη που θα καταλύσει τις φυσικές δυνάμεις (αυτό απηχεί και θεολογικές απόψεις), γ. η ακολουθία των ρημάτων : να κατέβαινε-να κατεβεί-να βρει, οικοδομούν στάση ζωής, φιλοσοφία (κι αυτή συχνός τόπος στο τραγούδι) : η επέμβαση της θείας δύναμης που αποκαθιστά ή ικανοποιεί τις προσδοκίες του κόσμου.
Στο παραπάνω τραγούδι όπως και σε πολλά άλλα, έχουμε σημαντικές αναφορές ή όψεις της καθημερινής ζωής, όπως τόποι βιωματικής εμπειρίας και αναζήτησης  των ανθρώπων, (Μαδάρες, ποιμενική ζωή, σφακιανό τοπωνύμιο, οι τόποι πλυσίματος των ρούχων, προτού να γίνει αυτό στα σπίτια). Ωστόσο η καταφυγή στη δύναμη ή επίνοια του Χριστού φαίνεται ν’ αποτελεί σκέψη ελευθερίας (το ζήτημα της σχέσης ορατού και αόρατου κόσμου είναι υπαρκτό). Είναι γνωστό κι από την αρχαία ελληνική γραμματεία ότι η επίκληση στο θεό, αρχηγό και δημιουργό των πάντων υποδηλώνει την ύπαρξη του παντοδύναμου θείου  αλλά και την υιοθέτηση της σωτήριας δύναμης. Συνεπώς ο χρόνος αναμονής από την επιρροή της θείας δύναμης υπόκειται σε μια μυστική δύναμη όπου το υπερρεαλιστικό στοιχείο υπερέχει του θρησκευτικού. Οι χριστιανοί εξάλλου στη θέση των παγανιστικών δοξασιών νωρίς εγκαθίδρυσαν[10][10] δικούς τους τρόπους και κανόνες λατρείας. Όμως η σοβαρότητα του γεγονότος και η παρουσία του θεού δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως θρησκοληψία.
3.   2ο Στο παρακάτω τραγούδι δημοσιευμένο στις συλλογές :  Στ. Αποστολάκη[11][11] και Ι. Παυλάκη  : ακούστε ‘ ίντα κάνανε οι προασπερασμένοι : μιστά εκάναν κι εκκλησιές κι ήσαν μακαρισμένοι- Σταυρέ, σταυρωμένε μου, σταυρέ μου αληθινέ μου απούσταν εγεννήθηκα στη χάρη σου πιστεύγω.
Στο τραγούδι αυτό η έκφραση της πίστεως πηγάζει από την παραδοχή της προσφοράς θεάρεστου έργου από τους ανθρώπους της κοινότητας. Η προσωπικότητα των ανώνυμων δωρητών ή ανακαινιστών[12][12] της εκκλησίας περιγράφεται ως οικεία και αρμόζουσα με το ηθικοθρησκευτικό περιβάλλον. Νομίζω όμως ότι αυτή καθ’ αυτή η δομή του τραγουδιού μας παραπέμπει στα πρότυπα μιας κοινωνίας (κοσμοκαλόγερος, θυμόσοφοι άνθρωποι συνδεδεμένοι με την ιστορία του τόπου τους). Η λαϊκή αντίληψη (κατάφορτη με αφομοιωτικά στοιχεία) ότι αυτό που είναι ευλογημένο είναι αιώνιο και αδιάφθορο, ενισχύεται και από την επίκληση του σταυρού, εικονική εξάλλου αντίληψη των μελών μιας παραδοσιακής κοινωνίας, (ο φύλαξ πάσης της οικουμένης). Η επανάληψη των φράσεων αποτελεί την κλιμάκωση και ενδυνάμωση της πίστεως.
3ο Από τη συλλογή του Στ. Αποστολάκη, σελ. 30 (649) : Άγιε Παντελεήμονα κι άγιε αηστράτηγέ μου, αϊδάρετέ με τ ορφανό να χτίσω μοναστήρι, να λουτρουγούντ’ οι χριστιανοί και να μεταλαβαίνου και να βαφτίζουνε παιδιά.
4.   Η δραματικότητα της ζωής δεν αποτρέπει την μεγαλοθυμία των ανθρώπων. Αυτό μπορεί να ερμηνευθεί ως μια παθολογία συναισθημάτων (αφροσύνη). Η παρουσία του αρχάγγελου (μεσιτική προς το θεό) καθώς και του ιαματικού Παντελεήμονα καθοδηγεί την πίστη του. Η υπέρβαση των θνητών δυνάμεων, η παρουσία του θείου ξεπερνά τις προθέσεις του ανθρώπου, οι ιερές πράξεις-μυστήρια αποτελούν ένα είδος συλλεκτικής μνήμης (θυμικά σχήματα). Η διάσταση του χρόνου ταυτίζεται με την θρησκευτική μνήμη. Ακόμη μπορεί να σχολιαστεί η μετατόπιση από την χριστολογική μορφή στην αγιολογική εικονογραφική παράδοση της εκκλησίας. Τα πάθη και οι κοινωνικές δυσχέρειες υποβαθμίζονται (νεκρώνονται) μπροστά στην ελπίδα για τη σωτηρία.
5.   Συνεπώς η  επιθυμία του ανθρώπου να δημιουργήσει έργα μεγάλης φήμης επιβεβαιώνει πρώτα απ’ όλα την υπαρξιακή του ελευθερία, την ανιδιοτέλεια και την αγνότητά του. Η περιγραφή του τύπου της ευχής ίσως μας πληροφορεί για την απαλλαγή των θρησκευόμενων από την εθιμοτυπική παράδοση που θέλει την ανάμιξη παγανιστικών στοιχείων και των δρωμένων τα οποία κάποτε ανατρέπουν το ρόλο της πίστης ως συνεκτικού δεσμού του ανθρώπου με το θείο. Το σατυρικό στοιχείο έγκειται στη σχέση της παντοδυναμίας του θεού με την ανθρώπινη βούληση ως οντότητα, πέρα από τη φανερή επίδραση του θρησκευτικού στοιχείου.
Ο φυσικός κόσμος  επίσης επηρεάζει βαθύτατα τον κρητικό[13][13] ως χώρος διαμονής αλλά και διαφυγής από τις αντίξοες συχνά γήινες συνθήκες. Το περιβάλλον δημιουργεί μιαν ερωτική έλξη  με το χώρο μοναδικών ίσως εμπνεύσεων. Στα πλαίσια αυτά της δημιουργικής στάσης του ανθρώπου απέναντι στο φυσίζωο περιβάλλον μπορούμε να διαβάσουμε το παρακάτω ριζίτικο :
6.   4ο Από τη συλλογή Μ. Βλαζάκη[14][14]  : Αυγή τσ΄ αυγής θα σηκωθώ ‘ που του βουνού τη ρίζα να σύρω να ξημερωθώ, βουνό μου στη κορφή σου, να κάμω κύκλο στο βουνό, βόλιτα στη Μαδάρα, να βρω μια πέτρα ριζιμιά να διπλωθώ να κάτσω. Ν’ ακούσω γερακιού φωνή και φάλκο να λαλήσει ν’ ακούσω και την πέρδικα την πολυπλουμισμένη. (..παραλλαγή αρ. 184, 185, Θ. Δετοράκη –Ι. Παδουβάς, Ορθές 1971: φωνή να σύρω κλέφτική να μαζωχτούν οι κλέφτες, να βάλω κλέφτη δήμαρχο και κλέφτη εισαγγελέα, να μη δικάζει ισόβια, να μη δικάζει χρόνια, μον’ να δικάζει ‘ ξάμηνα μέχρι σαράντα μέρες).
Η πορεία του κρητικού στην κορυφή του βουνού αποτυπώνει όχι μόνο την αισιοδοξία αλλά και την μιμητική του τάση[15][15] (η ψηλότερη κορφή είναι η μαδάρα, δικαιώνει την ταύτιση με το εγώ του, κυρίαρχος εξάλλου στις κορυφές).
Ανάλογα  με τις τοπικές συνθήκες ο άνθρωπος απο-θεώνεται (μια μορφή grotesque). Το τριαδικό άκουσμα ικανοποιεί τις φιλοδοξίες του (σατυρικό στοιχείο) : το γεράκι κάθεται ψηλά, η φλογέρα είναι ένδειξη ζωής-ανάπαυλας για τον βοσκό, όαση χαράς στον αφιλόξενο τόπο- η θέα της φανταχτερής πέρδικας. Εντύπωση προκαλεί η τυπική δομή του τραγουδιού με πολλές παραλλαγές και τάσεις σύνθεσης λογίων λέξεων (ν’ ακούσω-ν’ ακούσω, λαλήσει-πολυπλουμισμένη). Αυτή καθ’ αυτή η σύνθεση του τραγουδιού δείχνει την αισιοδοξία του ανθρώπου για τη ζωή, την τάση ν’ ανατρέψει τις συνθήκες που τον περιβάλλουν και εν τέλει να υμνήσει το γήινο κόσμο που  θρέφει και ικανοποιεί τα οράματά του. Η δήλωση της αυγής-φωτός ως απαρχή των φυσικών ήχων συγκροτεί ένα σύνολο ανανεωτικών αυτοσχεδιασμών. Η αίσθηση επίσης του χρόνου (στο ριζίτικο δεν υπάρχει η αίσθηση του μέσου χρόνου) είναι οδηγητική στην πορεία του προς το χώρο της ανακούφισης, της ηχητικής συντροφιάς. Η αφετηρία του τραγουδιού αποτελεί άλλωστε συχνό μοτίβο σε πολλά, κυρίως μεταγενέστερα τραγούδια[16][16]. Τέλος η διεξοδική αναφορά στους τόπους διάβασης του κρητικού συνιστούν μια εξόχως φιλοσοφημένη θέση : τα φυσικά φαινόμενα γίνονται αντικείμενο λατρείας, έμμεσα δε προβάλλουν (ν’ ακούσει φάλκο) την λεβεντιά του ανθρώπου, αντίποδα άλλωστε στον κόσμο της μοναξιάς και του θανάτου. Ο ανεμπόδιστος χρόνος αντίθετα με τη φθορά της ζωής σοφιλιάζει με την κοσμογονική διάθεση του κρητικού.
Η ρηματική επανάληψη δηλώνει ότι ο δημιουργός των τραγουδιών εισάγει σ’ αυτό μια μορφή προσωπικής ελευθερίας, (διατύπωση προσωπικών σκέψεων με ιδιότυπο τρόπο και ευαισθησία που οδηγούν σε δική του κρίση). Πιστεύω ότι ο δημιουργός των τραγουδιών, που αναφέραμε, λειτουργεί με τους κανόνες τις δικής του σύμβασης, δηλαδή την κατασκευή ενός πλαισίου με αληθοφανή στοιχεία που συνηγορούν με τις όψεις του περιβάλλοντος ο οποίος λειτουργεί ως   διαφορικός παράγοντας ευαισθησίας και συναισθημάτων.
Στις παραπάνω σκέψεις απαιτείται να εννοήσουμε την ύπαρξη ενός σκηνικού όπου τα εξωανθρώπινα-σκηνικά στοιχεία (φυσικό περιβάλλον, η πορεία προς την κορυφή, η ανάδειξη της ψυχικής δύναμης : η οδοιπορία, η αισθητική απόλαυση, η γραφικότητα ή η ιστορικότητα του χώρου), παραμένουν στοιχεία κάτι σαν τα “βωβά πρόσωπα[17][17]” στην τραγωδία (παραχορηγήσιμα). Η συναισθηματική κορύφωση εξάλλου του κρητικού δικαιολογείται από τη φυγή του σε περίοπτο και αξιοθαύμαστο τόπο.
7.   5ο Από τη συλλογή Μ. Βλαζάκη[18][18], : Εις τσι χαρές σου γιούκα μου κι εις τσι ξεφάντωσές σου τα όρη γίδια να γεννούν και τα βουνά κριγιάρια κι η θάλασσα γλυκύ κρασί να πιούν τα παλληκάρια κι η γι άμμος η αμέτρητη χρουσάφια και διαμάνθια.
Στο παραπάνω τραγούδι διακρίνουμε μια ιεροτελεστική σειρά : ο γονέας υπακούει στην ψυχική του δύναμη και χαροποιό διάθεση, για το πώς δηλαδή θ’ αποφανίσει το παιδί του. Όμως ας προσέξουμε εδώ την κλιμάκωση των συναισθημάτων (των σατυρικών στοιχείων) : η αρχική ψυχική και επικαιρικά δικαιολογημένη ευφορία περνάει σε δεύτερο και λατρευτικής σημασίας με ιδανικά στοιχεία συστατικά, η αποθέωση του χώρου που παίρνει τη μορφή συμμέτοχου στην πρώτη χαρά του σπιτιού.
Ο κύκλος των συναισθημάτων ολοκληρώνεται καθοδικά και αποκτά τις διαστάσεις κανονικής έκφρασης σε τρία επίπεδα : όρη-βουνά-θάλασσα. Όλα αυτά συνθέτουν ένα σύνολο επικλήσεων που τελικά εμπεριέχουν στοιχεία υπόμνησης για την γαμήλια γιορτή, που περιέχει την έξαρση και την πλαστική των συναισθημάτων, τα οποία οικοδομούν την αίσθηση υπεροχής του ανθρώπινου στοιχείου στη φθορά του χρόνου. Ως προς το ρυθμό  πρώτοι στίχοι μπορεί να επέχουν θέση προοιμίου,  οι υπόλοιποι όμως να συνθέτουν ένα  ακουστικό αντίκρισμα.
Ένα από τα γνωστά δημοτικά τραγούδια, (υπάρχει στη συλλογή του Στ. Αλεξίου, Κρητική ανθολογία 1969),  : τον αντριωμένο μην τον κλαις όσο κι αν αστοχήσει, μα αν αστοχήσει μια και δυο πάλι αντριωμένος θάναι……Ο τραγουδιστής λαός, κατέστη ο καλύτερος μνήμονας ηρωικών πράξεων. Διέθεσε χρόνο και υπομονή αλλά και σεβασμό στην τοπική παράδοση. Και το αποτέλεσμα ήλθε : το τραγούδι για τον τόπο του, τους ανθρώπου του, μ’ εκείνους τους άγρυπνους, τους ακρίτες του Βυζαντίου, τους αντάρτες της αντίστασης γέμισε πολλά φύλλα με στίχους και μουσική, στόλισε πολλά γλέντια τραγουδώντας  το παράδειγμα των μαχητών της ελευθερίας.
Οι πολεμιστές μας στα τραγούδια αυτά μας φαίνονταν απρόσιτοι, ανύπνωτοι κι αδάκρυτοι στις πίκρες. Πολλά τραγούδια ήταν φυσικό να δώσουν ιδιαίτερο τόνο στη ευρύτερη φήμη των πρώτων αγωνιστών, ανάμεσα στη πολυκύμαντη ζωή τους και τον θάνατο : ακούστε ήντα μηνύσανε του Νάδη οι αντρειωμένοι να τονε πέψουν άρματα μπαρούτια και μολύβια, πόλεμο για να κάμουνε του Χάρου δίχως άλλο, για δε τονε βαστούνε μπλιο.
Οι άνθρωποι αυτοί κουβαλούσαν λοιπόν και έγραφαν τη δική τους ιστορία. Έμειναν αθάνατοι στη μνήμη του κόσμου. Αυτό αποτέλεσε καθάριο μοτίβο και για άλλα τραγούδια για το ίδιο ιστορικό γεγονός. Τα μολύβια τους, το όπλο, η σκέψη ο αγώνας και η τελείωση. Η τάση της κοινωνίας να εξιδανικεύσει την τόλμη και τη δύναμη δίνει περισσότερη αξία στον κρητικό πολεμιστή. Η αντρειγιά είναι λοιπόν υπερκόσμια αλλά όχι με φανταστική δύναμη. Είναι αλήθεια και πράξη ζωής για όλους. Το τραγούδι αυτό θεματικά ακούγεται στη τουρκοκρατούμενη Κρήτη σε άλλο σκηνικό, «Κάστρο και πούναι οι πύργοι σου και τα καμπαναριά σου και πούναι οι αντρειωμένοι σου, τα όμορφα παλικάρια…(αναφέρεται στη σφαγή και κατάλυση του Μεγάλου Κάστρο από τους Τούρκους, το 1669). Μικρότερα γλωσσικά σημεία : κάστρο-πύργοι-καμπαναριά περιγράφουν τον θαυμασμό του λαϊκού ποιητή για το Μεγάλο Κάστρο, αλλά η επανάληψη : πούναι-πούναι δίνει την αίσθηση της καταστροφής και της απελπισίας για την καμένη γη.
Η γη κι κόσμος περιμένουν τη μοίρα τους, χωρίς να λογαριάζουν πως σε μια γωνιά υπάρχει και ζει ακοίμητος ο αντρειωμένος. «Γεύγεσαι γιε μου γεύγεσαι χαροκοπάς και πίνεις, κι οι Τούρκοι κατεβαίνουνε !. Μην ντροπιαστείς υγιέ μου- Πρόβαλλε μάνα μου να ιδείς πόσες χιλιάδες είναι, κι αν είναι δυο να γεύγομαι, κι αν είναι τρεις να πίνω, κι αν είναι περισσότεροι να παίρνω τάρματά μου. Στο τραγούδι αυτό, (δημοσιευμένο στις  συλλογή του Ιδ. Παπαγρηγοράκη, Αρ. Κριάρη, 1856), θαυμάζουμε την αντρεία αλλά και την άγρυπνη έγνοια του πολεμιστή για τη μοίρα του κόσμου.
Ο Καζαντζάκης ανάμεσα στα ποιήματά του θα συμπεριλάβει και τούτο : μια φλόγα είναι η ψυχή του Κρητικού. Ένα πύρινο πουλί. Πετάει από κλαρί σε κλαρί. Από γενιά σε γενιά και φωνάζει : δεν μπορώ να χαθώ, δεν μπορώ να καώ, δεν μπορεί να με σβήσει κανείς……..Ας θυμηθούμε τον μεγάλο ποιητή Όμηρο στο Δ της Ιλιάδας, (σε μετ. Όλγας Κομνηνού-Κακριδή),  και την περιγραφή της σύγκρουσης Ελλήνων και Τρώων (στιχ. 445-455) : οι ασπίδες που είχαν αφαλό χτυπούσαν η μια την άλλη, και σηκώνονταν πολλή αντάρα…ακούγονταν οιμωγές αυτών που σκοτώνονταν  κι αυτών που σκότωναν, και η γη πλημμύριζε από το αίμα…όπως όταν βρέξει και κατεβάζουν τα ξεροπόταμα νερό από τα βουνά, εκεί που σμίγουν τα δυο φαράγγια, και το βόμβο του νερού ακούει από ψηλά ο βοσκός…
Οι ήρωές μας λοιπόν γράφουν τη δική τους ιστορία, η οποία αναφέρεται στη χαρά, τη λύπη, τη ζωή και το θάνατο. Αποτυπώνοντας έτσι την «ομοιότητα» αλλά και το πεδίο των αντιλήψεων του ανθρώπου. Λέξεις όπως : όμορφα παλικάρια, τση γης αντρειωμένοι, τσάνδρες τσι καλούς και καστροπολεμάρχους, του κόσμου οι γ’ αντρειωμένοι, του Νάδη οι γ’ αντρειωμένοι, σεμνός κι αντρόπιαστος κι απ’ όλους διαλεγμένος, σταυραϊτοί, λεβέντες, αντροπατεί, ντουχιουντισμένος και πολλά άλλα. Το σπίτι με τις μικροχαρές του, η δουλειά, τα συναπαντήματα, τις χαρούμενες συντροφιές και τις βεγγέρες και άλλες όψεις της κρητικής κοινωνίας. Στις περιγραφές αυτές εξέχουσα θέση κατέχουν τα ακριτικά τραγούδια.
Η γλώσσα των δημοτικών τραγουδιών γίνεται επίκαιρη στην έρευνα του λαϊκού λόγου που εκφράζει την σύμπνοια των ανθρώπων. Στο τραγούδι που ακολουθεί(αρ. 16 στη συλλογή Δετοράκη, από τα Παλιά Ρούματα Κισάμου),  η αντρειωσύνη γίνεται καθολική δύναμη, ενσαρκώνει το σάλπισμα της ελευθερίας. Τα φυσικά φαινόμενα συμπορπατούν με την δύναμη του ανθρώπου : παιδιά κι ηντα ο χαλασμός κι ειντ’ το αστραποβρόντι. Η Κρήτη κάνει πόλεμο με του πασά τασκέρια και σύρνει τσαντρειωμένους τση, τα όμορφα παλληκάρια. Φορούν τα’ ασημομάχαιρα  και τσι χρυσές πιστόλες και πολεμούνε την Τουρκιά και σβήνουν το ντοβλέτι.
8. Συμπεράσματα :
1.  Οι αναφορές  στα στοιχεία των δημοτικών  τραγουδιών που έχουν ικετήριο χαρακτήρα (σατυρικό), δεν αναιρούν ασφαλώς την αυθεντική λειτουργία τους καθώς και τον εμψυχωτικό –παιδευτικό τους ρόλο. Συνθέτουν τον αθέατο ίσως παράγοντα συλλογικής μνήμης, όπου άλλοτε επιλέγονται στοιχεία από τον χώρο δημιουργίας και άλλοτε αναδεικνύονται οι ιδιαιτερότητες του ψυχικού κόσμου.
2.  Οι αποστροφές των τραγουδιών με κύριο στοιχείο την πίστη των ανθρώπων στο πραγματικό ή θεοποιημένο περιβάλλον[19][19] στοχεύουν στη συγκριτική σχέση της επίκαιρης κατάστασης (χαρμόσυνης ή όχι) με την καθημερινή. Αυτό συντελείται με την συνδρομή της μεταπλαστικής δύναμης του δημιουργού που στην περίπτωσή μας γίνεται αντισυμβατική με την έννοια της υπέρβασης των μνημειακών μοτίβων.
3. Ο εντοπισμός των σατυρικών τόπων κινείται πάνω σε δεικτικές παραφράσεις αναφορικά με τα : πρόσωπα-τόπος-χρόνος, αλλά γενικά σε δυο σημασιολογικά επίπεδα : στη γενική πληροφόρηση και στη μεστή έκφραση ισχυρού συναισθήματος. Στο σημείο αυτό οι τόποι επίκλησης ερμηνεύονται παράλληλα με την  αποστασιοποίηση της πίστης : θείο-άγιοι-φυσικοί τόποι-κοινωνικά μοτίβα.
4. Η καταφυγή στο θείο δεν ερμηνεύεται μόνο ως ψυχολογική ανάγκη αλλά και ως μη συνειδητή ίσως προσπάθεια του δημιουργού να εκφράσει, όχι πάντα με καθολική διάθεση-απήχηση τις απόψεις του, να προσελκύσει το ενδιαφέρον και τη συμμετοχή του κοινού (ο πληθυντικός των ρημάτων, ο ρόλος των αντωνυμιών, η χρήση επιθέτων κ. ά.).
Κατά τον Ν. Κοντοσόπουλο[20][20] : « Οι Κρήτες χωρικοί αναφέροντες το όνομα του Θεού, θείων προσώπων, ιερών εικόνων ή αντικειμένων της θείας λατρείας…το όνομα υπερφυσικών δαιμονικών όντων και μαγισσών, προσθέτουν πάντα φράση δηλωτική ευχής ή αράς ».  Η τάση του κρητικού να εξωτερικεύσει την πίστη του απηχεί μια εντύπωση αυτοπαρηγόρησης αλλά και υπενθύμισης, στοιχείο διακριτό στη στοχαστική δύναμη-διάλογο για τη ζωή. Πρέπει να συμπληρώσω εδώ ότι οι αναφορές σε τόπους και πρόσωπα που εμπνέουν ικετευτική δύναμη δεν είναι πάντα αποτέλεσμα ή εφεύρημα φαντασίας των δημιουργών αλλά το συνεκτικό περίγραμμα, το οποίο συχνά απομυθοποιείται, στο πλαίσιο της φιλοσοφικής στάσης του ανθρώπου για τον κόσμο και τα φαινόμενα. Η επιβεβαίωση του προσωπικού παράγοντα ως στοιχείου αρετής[21][21] ή ηρωισμού είναι υπαρκτή. 5.O  δημιουργός των τραγουδιών με σατυρικά στοιχεία δεν εκφράζει απλά τους άξονες συναισθηματικής φόρτισης τους κοινωνικού του χώρου αλλά συνθέτει με τη στάση του ένα είδος συμβατικής πειθαρχίας για ζητήματα που γνωρίζουν πολλοί αλλά δεν συμπάσχουν στον ίδιο βαθμό. (η φυσιογνωμία του χώρου διαμονής, η αισθητική αντίληψη του χώρου). Θα λέγαμε ότι ο δημιουργός εδώ λειτουργεί διαισθητικά, (με την έννοια της πρόληψης των καταστάσεων που είναι οικείες-κρατούσες και λειτουργούν ως παιδευτικά σύμβολα τα οποία συγκροτούν τη συλλογική μνήμη.
Συνοψίζοντας τα παραπάνω, επισημαίνουμε ότι το μυστικιστικό στοιχείο που υπάρχει διάχυτο σε πολλά τραγούδια (σατυρικό), μπορεί να ερευνηθεί σύμφωνα με το παραπάνω διάγραμμα, εκφράζει κυρίως τον δυναμισμό και την ασκητική διάθεση των μελών μιας κοινωνίας στον μουσικοποιητικό λόγο, αγώνισμα δύσκολο (μη θεσμοθετημένη μορφή μάθησης) αλλά και τόσο επίκαιρο για τις μέρες μας, (ιδία για τα εκπαιδευτικά δρώμενα). Τα παρακάτω λόγια του Καθηγητή  Γ. Μ. Σηφάκη[22][22], νομίζω περικλείουν το σύνολο του γνωστικού πεδίου αλλά και ορίζουν το πλαίσιο της παραδοσιακής δημιουργίας με προγραμματικό τρόπο :    “…στις πιο πρωτόγονες κοινωνίες απουσιάζει εντελώς ο γραπτός λόγος, στις λιγότερο πρωτόγονες η εγγραματοσύνη είναι περιορισμένη, ο γραπτός λόγος χρησιμοποιείται μόνο ή κυρίως για πρακτικούς σκοπούς και δεν παρεμβαίνει στις διαδικασίες της καλλιτεχνικής δημιουργίας και μετάδοσης της παράδοσης που γίνονται μέσω του προφορικού λόγου και της πρακτικής άσκησης”.










[1][1] Το θέμα της γεωγραφικής προέλευσης των δημοτικών τραγουδιών πρέπει να ερευνηθεί αφού ληφθεί υπόψη η συμβολή των παραγόντων λαϊκής δημιουργίας : γλώσσα, τοπωνύμια, θρησκεία, δοξασίες κ.ά.Βλ. Εμμ. Γ. Ανδρουλιδάκη, Σατυρικοί τόποι στο ριζίτικο τραγούδι, πρακτικά πανελληνίου συμποσίου, Χανιά 27-29/7/03. Του ιδίου, Ελληνική Γλώσσα και Παράδοση, ΑΤΕΙ Κρήτης, Σημειώσεις διδασκαλίας, Νοέμβριος 20052.
[2][2] Στ. Αλεξίου, Η κρητική λογοτεχνία και η εποχή της, Αθήνα 1985, σελ. 32 κ. εξης. Ερ. Καψωμένος, Δημοτικό τραγούδι, Αθήνα 1996, σελ. 27-55. Του ιδίου, Κρητικό Ιστορικό δημοτικό τραγούδι.
[3][3] Στ. Κυριακίδη, Ελληνική Λαογραφία. Μέρος Α΄. Μνημεία του λόγου, εν Αθήναις 1923, σελ. 23 κ. ε.. Επίσης βλ. Μ. Γ. Μερακλή, Ελληνική Λαογραφία, Ήθη και Έθιμα, Αθήνα 1986, 115-147.
[4][4] Βλ. περισσότερα στην κλασική μελέτη για το θέμα αυτό : Γ. Μ. Σηφάκη, Για μια ποιητική του δημοτικού τραγουδιού, Ηράκλειο 1988, ΠΕΚ, σελ. 69 κ. ε. Του ιδίου : Formulas and their relatives : a semiotic approach to verse making in Homer and modern greek folksongs, JHS (1997), σελ. 136-153. Επίσης : Χρ. Χαραλαμπάκη, Κρητολογικά Μελετήματα, Ηράκλειο 2001, ΠΕΚ, σελ. 153-187. Ελ. Γιακουμάκη, Μαντινάδες. Λογότυπα ή αυθόρμητες δημιουργίες ; , Πρακτικά Συνεδρίου, Η Κρητική μαντινάδα, Ακρωτήρι 2002, σελ. 77-85. Ερ. Καψωμένου, Το κρητικό ιστορικό δημοτικό τραγούδι, Αθήνα 1979, σελ. 9-13, 253-Επίσης : Παπαδογιαννάκη Ν., Αναγνώσεις. Επτά +ένα μελετήματα για τη Γλώσσα και τη Λογοτεχνία, Αθήνα 20062, Αθήνα 1995, σελ. 73-117.
[5][5] Αυτό το θέμα πραγματεύεται η εργασία αυτή με αφορμή το τις εργασίες του ετήσιου συνεδρίου που οργάνωσε το σωματείο Επαγγελματιών Ξεναγών στο Ηράκλειο (14-17/2/6). Για την άψογη φιλοξενία αλλά κυρίως για τον επαγγελματισμό και την επιστημονική ποιότητα του σεμιναρίου, αξίζουν συγχαρητήρια. Ιδιαίτερα στην Πρόεδρο κ. Βλάσση, Περισσότερο απ’ όλους τον φίλο και εκλεκτό θεράποντα και δρα Προϊστορικής Αρχαιολογίας κ.  Αντ. Βασιλάκη, για την εμπιστοσύνη που έδειξε σε μένα άλλη μια φορά.
[6][6] Για το θέμα του ρόλου των ατόμων στη διαμόρφωση καλλιτεχνικής συνείδησης, βλ. Γ. Μότσιου, Το ελληνικό μοιρολόγι, περ. Κρητόπολις, τεύχος 1, (1996), σελ.19-23.
[7][7] Αξίζει να πληροφορηθεί ο αναγνώστης ειδικότερες αναλύσεις για το θέμα : Γ. Αικατερινίδη, Νεοελληνικές αιματηρές θυσίες, (διατριβή), Αθήνα 1979, σελ. 120 κ.ε.
[8][8] Π. Κεδραίος, Η κρητική ποίηση ως το 1900, Αθήνα 1984, σελ. 23-42. Επίσης Στ. Αλεξίου, Η κρητική λογοτεχνία και η εποχή της, σελ. 45 κ.ε.
[9][9] Ειρ. Σπανδωνίδου, Κρητικά τραγούδια. Σφακιανά ριζίτικα, Αθήνα 1935, σελ. 41, (όπου υπάρχει παραλλαγή και υπομνηματισμός των τραγουδιών της συλλογής).
[10][10] Για το θέμα αυτό βλέπε ειδικότερα : Θ. Δετοράκη, Επιβιώσεις αρχαίων μύθων στα βυζαντινά αγιολογικά κείμενα, περ. Παλίμψηστον, τεύχος 2, Ηράκλειο 1986, σελ. 66 κ.ε. Επίσης Β. Χαρωνίτη, Ο κόσμος του Κρητικού μέσα από τους θρύλους του, π. Ζ΄ Κρητολογικού Συνεδρίου, τ. Γ2, Ρέθυμνο 1995, σελ.669-677. Ακόμη Εμμ. Παπαδάκης, Μορφαί του λαϊκού πολιτισμού της Κρήτης 15ου –16ου αιώνα, Αθήνα 1976, (διατριβή), σελ. 100 κ. ε. Βλ. Εμμ. Γ. Ανδρουλιδάκη, Αγιώνυμα και αγιωνύμια στον Ορθέ Μυλ/μου, περ. Παλίμψηστον, τεύχος 19-20, Ηράκλειο 2004-05, σελ. 151-159.
[11][11] Στ. Αποστολάκη, Ριζίτικα. Τα δημοτικά τραγούδια της Κρήτης, Αθήνα 19931, σελ. 434, αρ. 650. Επίσης  : Ι. Παυλάκη, Ριζίτικα, Αθήνα 1997, σελ. 20. Ο Στ. Αποστολάκης παραδίδει ενδιαφέρουσα παραλλαγή : …μα εμείς, παιδιά, οι γι όψιμοι, πολλά κακά θα πάμε, ν’ ακούσομε ευαγγέλιο μηδέ και λειτουργία, δεν πάμε σε πνευματικό, δε θέμε ξαγοράρη…θε μου μεγαλοδύναμε, και κάμ’ ελεημοσύνη.
[12][12] Οι άνθρωποι αυτοί με το έργο τους οικοδομούν ένα ιδιότυπο ιδεολόγημα, στοιχείο της κοινωνικής τους ταυτότητας.
[13][13] Βλ. ενδεικτικά : Ε. Τωμαδάκης, Ο φυσικός κόσμος στην κρητική μαντινάδα, Πεπραγμένα συνεδρίου « Η κρητική μαντινάδα», Χανιά 2002, σελ. 255-269. Του ιδίου, Κατάλογος των στοιχείων του φυσικού κόσμου που απαντούν στην μαντινάδα, π. Ελλωτία, Χανιά 2002, σελ. 43-91.
[14][14] Μ. Βλαζάκης, Ριζίτικα τραγούδια της Κρήτης, Χανιά 1961, σελ. 42. Το τραγούδι υπάρχει στο βιβλίο του Στ. Αλεξίου, σελ. 241 (XVII), ο.π. Επίσης βλ. Θ. Δετοράκη, ό.π, σελ. 189, (αρ. 184, 185, παραλλαγή στο χωριό μου Ορθές (1971, Ι. Παδουβάς).
[15][15] Ένα στοιχείο που αξίζει να ερευνηθεί είναι η “παραστασιολογία” στο ριζίτικο τραγούδι και στην εξιστόρηση των δρωμένων του. Στο παραπάνω τραγούδι ο κρητικό αναπαριστά περίτεχνα αυτά που μπορούν να συμβούν στην πραγματικότητα στη ζωή, όπως περιγράφονται (αναπαραστασιολογία). Οι στίχοι που περιγράφονται έχουν μια φυσικότητα, απαλλαγμένοι από τυχόν ψευδαίσθηση, σαν να επηρεάζονται από την ενδεχόμενη παρουσία του κοινού, ακολουθούν τις επιθυμίες του κεντρικού προσώπου.
[16][16] Βλ. Θ. Δετοράκη, Ανέκδοτα δημοτικά τραγούδια της Κρήτης, Ηράκλειο 1976, σελ. 42 κ.ε.
[17][17] Βλ. για το θέμα : G. Hutchinson, Aescylus Septem Contra Thebes, Oxford 1985, σελ. 41 κ.ε.
[18][18] Μ. Βλαζάκη, σελ. 40, αρ. 56, όπου παραπέμπω, (κατά το αγρίμια κι αγριμάκια μου). Τραγούδια με παρόμοιο μοτίβο υπάρχουν αρκετά στη συλλογή Στ. Αποστολάκη.

[19][19] Η μελέτη και η ειδολογική κατάταξη των τοπωνυμίων μιας περιοχής θα φέρει χρήσιμες πληροφορίες για τους τόπους που συμβολικά έχουν λατρευτική αξία και πιστοποιούν την σχέση των ανθρώπων. Βλ. Χρ. Χαραλαμπάκη, Η μελέτη των κρητικών τοπωνυμίων, Κρητολογικά Μελετήματα, ΠΕΚ 2001, 121-137.
[20][20] Ν. Κοντοσόπουλου, Υφολογικά της κρητικής διαλέκτου, πεπρ. Δ΄ Κρητολογικού Συνεδρίου, τόμος  Γ΄, Αθήνα 1981, σελ. 135-141.
[21][21] Για το θέμα αυτό δες : Μ. Γασπαράκη, Το ιδανικό της προσωπικής αρετής στο ριζίτικο τραγούδι : προτροπή για αρετή, Κρητολογικά  Γράμματα 13 (1997), Ρέθυμνο 1997, σελ. 319-325.
[22][22]  Γ. Μ. Σηφάκη, Σημειώσεις για το μάθημα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, Ρέθυμνο 1979-80, σελ. 16 κ. εξης. Του ιδίου, Για μια ποιητική του δημοτικού τραγουδιού, ό. π., ΠΕΚ 1988.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1.   Ανδρουλιδάκη Εμμ.,  Σατυρικοί τόποι στο ριζίτικο τραγούδι, πρακτικά πανελληνίου συμποσίου, Πολυτεχνείο Χανίων 2003 (έκδοση Δ. Ακρωτηρίου Χανίων, 2009).
2.   Ανδρουλιδάκη Εμμ., , Αγιώνυμα και αγιωνύμια στον Ορθέ Μυλ/μου, περ. Παλίμψηστον, τεύχος 19-20, Ηράκλειο 2004-05.
   3. Του ιδίου, Ελληνική Γλώσσα και Παράδοση, ΑΤΕΙ Κρήτης, Σημειώσεις διδασκαλίας, Νοέμβριος 20052.
4. Αλεξίου Στ.,  Η κρητική λογοτεχνία και η εποχή της, Αθήνα 1985,
5. Καψωμένος Eρ, Δημοτικό τραγούδι, Αθήνα 1996.
6. Του ιδίου, Κρητικό Ιστορικό δημοτικό τραγούδι, Αθήνα 1979,
7. Κυριακίδη Στ., Ελληνική Λαογραφία. Μέρος Α΄. Μνημεία του λόγου, εν Αθήναις 1923.
8. Μερακλή Γ. Μ., Ελληνική Λαογραφία, Ήθη και Έθιμα, Αθήνα 19
9. Σηφάκη Μ. Γ., Για μια ποιητική του δημοτικού τραγουδιού, Ηράκλειο 1988, ΠΕΚ.
10. Του ιδίου : Formulas and their relatives : a semiotic approach to verse making in Homer and modern greek folksongs, JHS (1997).
11.Χαραλαμπάκη Χρ., Κρητολογικά Μελετήματα, Ηράκλειο 2001, ΠΕΚ.
12. Γιακουμάκη Ελ.,  Μαντινάδες. Λογότυπα ή αυθόρμητες δημιουργίες ; , Πρακτικά Συνεδρίου, Η Κρητική μαντινάδα, Ακρωτήρι 2002.
13. Μότσιου Γ., Το ελληνικό μοιρολόγι, περ. Κρητόπολις, τεύχος 1, (1996).
14.Αικατερινίδη Γ., Νεοελληνικές αιματηρές θυσίες, (διατριβή), Αθήνα 1979
15. Κεδραίος Π., Η κρητική ποίηση ως το 1900, Αθήνα 1984, σελ. 16.Σπανδωνίδου Ειρ., Κρητικά τραγούδια. Σφακιανά ριζίτικα, Αθήνα 1935.
17. Δετοράκη Θ., Επιβιώσεις αρχαίων μύθων στα βυζαντινά αγιολογικά κείμενα, περ. Παλίμψηστον, τεύχος 2, Ηράκλειο 1986.
18. Χαρωνίτη Β., Ο κόσμος του Κρητικού μέσα από τους θρύλους του, π. Ζ΄ Κρητολογικού Συνεδρίου, τ. Γ2, Ρέθυμνο 1995.
19. Παπαδάκης Εμμ., Μορφαί του λαϊκού πολιτισμού της Κρήτης 15ου –16ου αιώνα, Αθήνα 1976 (διατριβή).
20. Αποστολάκη Στ., Ριζίτικα. Τα δημοτικά τραγούδια της Κρήτης, Αθήνα 19931.
21. Παυλάκη Ι.,  Ριζίτικα, Αθήνα 1997.
22. Τωμαδάκης Ευτ., Ο φυσικός κόσμος στην κρητική μαντινάδα, Πεπραγμένα συνεδρίου « Η κρητική μαντινάδα», Χανιά 2002.
23.  Του ιδίου, Κατάλογος των στοιχείων του φυσικού κόσμου που απαντούν στην μαντινάδα, π. Ελλωτία, Χανιά 2002.
24. Βλαζάκης Μ., Ριζίτικα τραγούδια της Κρήτης, Χανιά 1961.
25. Δετοράκη Θ., Ανέκδοτα δημοτικά τραγούδια της Κρήτης, Ηράκλειο 1976.
26. Hutchinson G., Aescylus Septem Contra Thebes, Oxford 1985
27. Χαραλαμπάκη Χρ., Η μελέτη των κρητικών τοπωνυμίων, Κρητολογικά Μελετήματα, ΠΕΚ 2001.
28. Κοντοσόπουλου Ν., Υφολογικά της κρητικής διαλέκτου, πεπρ. Δ΄ Κρητολογικού Συνεδρίου, τόμος  Γ΄, Αθήνα 1981.
29. Γασπαράκη Μ., Το ιδανικό της προσωπικής αρετής στο ριζίτικο τραγούδι : προτροπή για αρετή, Κρητολογικά  Γράμματα 13 (1997), Ρέθυμνο 1997.
30. Παπαδογιαννάκη Ν., Αναγνώσεις. Επτά +ένα μελετήματα για τη Γλώσσα και τη Λογοτεχνία, Αθήνα 20062.



Σημείωση : η παραπάνω εργασία αποτελεί τον πυρήνα των μαθημάτων του μαθήματος : Νεοελληνικοί Διάλεκτοι –Κρητική Διάλεκτος (Ε), που διδάσκεται από τον γράφοντα, από το ακαδημαϊκό έτος 2006-σήμερα, στα Προγράμματα –ΠΙΣ και ΠΕΜΣ-της Α. Ε. Α.Η.



[1] Μανόλη  Γ. Ανδρουλιδάκη, Δρ. κλασικής φιλολογίας, διδάσκοντος στην Ανωτάτη Εκκλησιαστική Ακαδημία Ηρακλείου και το ΕΑΠ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου