Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

Β.Π.Βερτουδάκη, Ο Αβραάμ Λινκολν ως άλλος Περικλής

Βασίλειος Π. Βερτουδάκης[1]


Ο Αβραάμ Λίνκολν ως άλλος Περικλής
Ο επιτάφιος λόγος στο Γκέτυσμπεργκ


Ι. Εισαγωγή

Στις 19 Νοεμβρίου 1863, ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής Αβραάμ Λίνκολν, κατά τη διάρκεια της τελετής εγκαινίων του εθνικού κοιμητηρίου του Γκέτυσμπεργκ της Πενσυλβάνια, αφιερωμένου στους νεκρούς του εμφυλίου πολέμου, εκφώνησε έναν επιτάφιο λόγο που έμελλε να μείνει στην Ιστορία. Αποτελείται από μόλις 272 λέξεις και έχει καταγραφεί στην αμερικανική ιστορία ως the Gettysburg Address.  

Το ιστορικό πλαίσιο
Κεντρικό θέμα της αμερικανικής πολιτικής σκηνής μετά τον μεξικανικό πόλεμο του 1846 και τη συνεπαγόμενη δυτική επέκταση ήταν το ερώτημα αν θα ίσχυε στις νέες πολιτείες το καθεστώς της δουλείας. Το ζήτημα έφτασε στα όρια της πολιτικής κρίσης κατά τη δεκαετία του 1850 μετά τη νομοθετική ρύθμιση για τη δυνατότητα επέκτασης της δουλείας στα νέα εδάφη του Κάνσας και της Νεμπράσκα (KansasNebraska Act, 1854). Η διάταξη όμως αυτή παραβίαζε κατάφωρα τον Συμβιβασμό του Μισούρι του 1820, σύμφωνα με τον οποίο η δουλεία απαγορεύονταν στις Βόρειες και Δυτικές Πολιτείες.[2]
Στις προεδρικές εκλογές του 1860 νικητής ανεδείχθη ο  Αβραάμ Λίνκολν του νεοσύστατου Ρεπουμπλικανικού κόμματος, υπερισχύοντας των υποψηφίων του διασπασμένου Δημοκρατικού κόμματος, του Stephen Douglas που εξέφραζε μια ουδέτερη στάση στο ζήτημα της δουλείας και του John C. Breckinridge, ο οποίος ήταν θερμός υποστηρικτής της. Η εκλογή του Λίνκολν, δεδηλωμένου αρνητή του θεσμού της δουλείας, θεωρήθηκε πρόκληση για τις Νότιες δουλοκτητικές Πολιτείες. Οι πολίτες του Νότου εξέλαβαν την ανάδειξη του νέου προέδρου ως απειλή στο   κοινωνικό καθεστώς και στο δικαίωμά τους να  ρυθμίζουν τον βίο τους κατά τον δικό τους παραδοσιακό τρόπο. Οι Νότιες Πολειτείες, η μία μετά την άλλη, αποσχίστηκαν από την Ένωση και προχώρησαν στην ίδρυση νέου κράτους υπό την ονομασία Συνομοσπονδιακές Πολιτείες της Αμερικής (Confederated States of America) με πρωτεύουσα το Ρίτσμοντ της Βιρτζίνια και πρόεδρο τον Jefferson Davis.
Παρ’ όλη τη μετριοπάθεια και το συμφιλιωτικό πνεύμα που διέκριναν τον εναρκτήριο λόγο της προεδρικής θητείας του Λίνκολν (4 Μαρτίου 1861),  ο πόλεμος ξεκίνησε τον επόμενο μήνα με πρωτοβουλία των Νοτίων.[3] Κατά τα δύο πρώτα έτη διεξήχθησαν σκληρές μάχες με μάλλον αμφίρροπο αποτέλεσμα. Τον Ιούνιο του 1863 οι Συνομοσπονδιακές δυνάμεις με επικεφαλής τον ικανότατο στρατηγό Robert E. Lee διείσδυσαν εντός της επικράτειας των Βορείων προκειμένου να επιφέρουν καίριο πλήγμα στον στρατό της Ένωσης και να επιτύχουν μεταστροφή στην εξέλιξη του πολέμου. Η κρίσιμη μάχη δόθηκε στις 1-3 Ιουλίου στο Γκέτυσμπεργκ της Πενσυλβάνια. Μετά από σφοδρές συγκρούσεις τριών ημερών οι δυνάμεις της Ένωσης υπό την ηγεσία του George C. Meade απώθησαν τους Συνομοσπονδιακούς. Η νίκη των Βορείων ήταν αποφασιστικής σημασίας. Κατά πολλούς το Γκέτυσμπεργκ υπήρξε το σημείο καμπής του πολέμου. Ποτέ πια ο στρατηγός Lee δεν θα προχωρούσε σε επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας στο έδαφος των Βορείων. Μετά τη μάχη αυτή, ο αγώνας των Νοτίων ήταν ένας συνεχής αμυντικός πόλεμος καταδικασμένος να καταλήξει στην ήττα. Οι απώλειες, ωστόσο, και των δύο μερών στο Γκέτυσμπεργκ υπήρξαν τεράστιες: περίπου 8000 νεκροί και 27.000 τραυματίες, χωρίς τους αγνοούμενους και τους αιχμαλώτους.[4] Ήταν η αιματηρότερη σύγκρουση του αμερικανικού Εμφυλίου Πολέμου. η μεγαλύτερη μάχη που έγινε ποτέ στο δυτικό ημισφαίριο !

Η διαδρομή του Αβραάμ Λίνκολν
Ο δέκατος έκτος αμερικανός πρόεδρος είχε γεννηθεί το 1809 σε ένα μικρό χωριό του Κεντάκυ, έζησε για λίγο στην Ινδιάνα και εγκαταστάθηκε στο Ιλλινόις. Από φτωχή αγροτική οικογένεια, κατάφερε να εκπληρώσει το πρότυπο του αυτοδημιούργητου Αμερικανού.[5] Με δύσκολα παιδικά χρόνια, αυτοδίδακτος αλλά διακεκριμένος δικηγόρος, αναμίχτηκε νέος στην πολιτική. Βουλευτής στο πολιτειακό κοινοβούλιο του Ιλλινόις αλλά και στην ομοσπονδιακή Βουλή των Αντιπροσώπων ο Λίνκολν δεν είχε καταφέρει ως το 1858 να αποκτήσει ένα όνομα πέραν των ορίων της εκλογικής του περιφέρειας. Τη χρονιά αυτή έθεσε υποψηφιότητα για τη γερουσιαστική έδρα του Ιλλινόις με ανθυποψήφιο τον Stephen Douglas. Με αφορμή τον προεκλογικό αγώνα για την έδρα οργανώθηκε μια σειρά επτά δημόσιων συζητήσεων-αντιπαραθέσεων (γνωστές ως LincolnDouglas debates) σε ισάριθμες πόλεις του Ιλλινόις, στις οποίες εκφράστηκαν καθαρά οι διαφορετικές θέσεις των δύο υποψηφίων για το ζήτημα της δουλείας. Ο Λίνκολν τασσόταν αντίθετος στην επέκταση του θεσμού στα νέα εδαφικά διαμερίσματα των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ ο Douglas, κρατώντας μια επιτηδείως ουδέτερη στάση,  πρότεινε την αρχή της «λαϊκής κυριαρχίας», υποστήριζε  δηλαδή ότι οι κάτοικοι της κάθε περιοχής θα έπρεπε να δηλώσουν με την ψήφο τους αν η δουλεία θα επιτρεπόταν ή όχι. Ο Λίνκολν έχασε την έδρα του γερουσιαστή από τον Douglas  αλλά η φήμη που απέκτησε από τα διάσημα debates σε παναμερικανικό επίπεδο τον βοήθησαν να νικήσει τον ίδιο αντίπαλο στις προεδρικές εκλογές δύο χρόνια μετά.[6]

Η πρόσκληση στο Γκέτυσμπεργκ
Μετά τη μάχη στο Γκέτυσμπεργκ ο κυβερνήτης της Πενσυλβάνια Andrew Curtin επιφόρτισε έναν επιφανή πολίτη, τον νεαρό δικηγόρο David Wills να φροντίσει για την περισυλλογή και την ταυτοποίηση των νεκρών, και την αποκατάσταση του πεδίου της μάχης από τα θλιβερά απομεινάρια της φονικής σύγκρουσης: τραυματισμένους στρατιώτες στοιβαγμένους σε όποιο κτήριο ήταν διαθέσιμο, χιλιάδες ανθρώπινα πτώματα σε τυμπανιαία κατάσταση, διασκορπισμένα χύδην ανάμεσα σε νεκρά άλογα, μέσα στη ζέστη του Ιουλίου. Με έξοδα της πολιτειακής κυβέρνησης αγοράστηκε μια έκταση 69 στρεμμάτων για την ίδρυση ενός στρατιωτικού νεκροταφείου προκειμένου να ταφούν οι πεσόντες. Ο Wills, που ανέλαβε και πρόεδρος της οργανωτικής επιτροπής για τα εγκαίνια του νεκροταφείου, σχεδίαζε να ορίσει την 23η  Οκτωβρίου 1863 ως ημέρα της τελετής. Κεντρικός ομιλητής θα ήταν ένας από επιφανέστερους δημόσιους ρήτορες των Ηνωμένων Πολιτειών, o καθηγητής Edward Everett, ο οποίος είχε διατελέσει Υπουργός Εξωτερικών, Γερουσιαστής, Βουλευτής, Κυβερνήτης της Μασαχουσέτης και Πρόεδρος του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ. Ο Everett, ωστόσο, ειδοποίησε την οργανωτική επιτροπή ότι δεν θα προλάβαινε ως εκείνη την ημερομηνία να ετοιμάσει έναν λόγο αντάξιο της περίστασης και ζήτησε αναβολή της τελετής. Ο  Wills αποδέχτηκε το αίτημα και τα εγκαίνια ορίστηκαν στις 19 Νοεμβρίου.
          Εκτός από τον Everret, o τελετάρχης Wills προσκάλεσε με ιδιόχειρη επιστολή και τον Αβραάμ Λίνκολν, «ως ηγέτη του Έθνους», να προσφωνήσει την τελετή «με λίγα κατάλληλα λόγια» (a few appropriate remarks). Ο Λίνκολν ταξίδεψε σιδηροδρομικώς από την Ουάσιγκτον στο Γκέτυσμπεργκ την παραμονή και διανυκτέρευσε στο σπίτι του Wills μαζί με τον Everret και τον κυβερνήτη Curtin. O λαϊκός μύθος που θέλει τον Λίνκολν να γράφει τον λόγο του κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του με το τραίνο, στο πίσω μέρος ενός φακέλου, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις,[7] δεν πρέπει να ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Ο λόγος γράφτηκε στην Ουάσιγκτον και το τελευταίο κοίταγμα έγινε στο σπίτι του Wills.

Η τελετή αφιέρωσης του κοιμητηρίου
Περίπου 15.000 άνθρωποι παρακολούθησαν την τελετή, ανάμεσά τους οι Υπουργοί Εξωτερικών William H. Seward και Θησαυροφυλακίου Salmon P. Chase, καθώς και οι κυβερνήτες έξι πολιτειών (Βορείων, φυσικά), στρατιώτες των οποίων είχαν πέσει στο πεδίο της μάχης. Το πρόγραμμα της εκδήλωσης περιλάμβανε, εκτός από την κεντρική ομιλία (oration) του Everret και τον χαιρετισμό (dedicatory remarks) του Λίνκολν, μουσική, ύμνους, θρησκευτικά τραγούδια και προσευχές.
          Ο λόγος του Everret, πλούσιος σε ρητορικά σχήματα και λογοτεχνικές εξάρσεις, διήρκεσε δύο ώρες περίπου. Στο χειρόγραφό του, οι Αμερικανοί, που αρέσκονται στο να μετρούν λέξεις, είχαν την υπομονή να μετρήσουν 13.607. Ο Λίνκολν ανέβηκε στο βήμα μετά τον Everret. Η διάρκεια του λόγου του ήταν μόλις δύο με τρία λεπτά.  Το ακροατήριο τον διέκοψε πέντε φορές με χειροκροτήματα. Ο επιτάφιός του περιελάμβανε μόνο 272 λέξεις, ίσα-ίσα δέκα τελείες. Λέγεται ότι ένας φωτογράφος που είχε πάρει θέση μπροστά του για να απαθανατίσει το στιγμιότυπο δεν πρόλαβε να εστιάσει τον φακό του, να τοποθετήσει την πλάκα μέσα στη μηχανή και να αφαιρέσει τον φωτοφράκτη. Ο λόγος είχε τελειώσει προτού καλά-καλά αρχίσει![8]
  
Τα χειρόγραφα του λόγου
Όπως σε όλα τα κλασικά κείμενα, αρχής γενομένης με τους αρχαίους συγγραφείς και τη Βίβλο, η ακρίβεια του αρχικού χειρογράφου αμφισβητείται. Πέντε χειρόγραφα του λόγου, που προέρχονται από τον ίδιο τον Λίνκολν, σώζονται μέχρι σήμερα. Τα δύο πρώτα τα έδωσε ο ίδιος στους ιδιαίτερους γραμματείς του John Nicolay και John Hay, και βρίσκονται σήμερα στη Βιβλιοθήκη του Κογκρέσου. Το χειρόγραφο του John Nicolay συχνά αναφέρεται ως το «πρώτο προσχέδιο». Αμφισβητείται, όμως, ότι είναι εκείνο που ο Λίνκολν έβγαλε από το θυλάκιο του παλτού του για να το διαβάσει στο Γκέτυσμπεργκ, καθώς διαφοροποιείται σε μερικά σημεία από αυτά που άκουσαν οι αυτήκοοι μάρτυρες. Καταλήγουμε σε δύο εκδοχές: ή το χειρόγραφο που είχε μαζί του ο Λίνκολν έχει χαθεί ή ο ομιλητής διάβασε μεν το «προσχέδιο του John Nicolay» αλλά έκανε κάποιες αλλαγές και προσθήκες εκτός χειρογράφου. Το χειρόγραφο του John Hay, το λεγόμενο «δεύτερο προσχέδιο», γράφτηκε είτε το πρωί της 19ης Νοεμβρίου είτε λίγο μετά την επιστροφή του Λίνκολν στην Ουάσιγκτον, πιθανότατα ως προσωπικό ενθύμιο για χάρη του προεδρικού γραμματέα.
          Τα υπόλοιπα τρία αυτόγραφα γράφτηκαν από τον αμερικανό πρόεδρο μετά από αρκετό χρονικό διάστημα. Το ένα το έστειλε στον Edward Everett, τον κεντρικό ομιλητή της τελετής στο Γκέτυσμπεργκ, ο οποίος ήθελε να συγκεντρώσει όλους τους λόγους που εκφωνήθηκαν εκεί σε ένα συλλογικό τόμο. τώρα φυλάσσεται στην Ιστορική Βιβλιοθήκη της Πολιτείας του Ιλλινόις. Ένα άλλο χειρόγραφο έδωσε στον ιστορικό George Bancroft, ο οποίος σχεδίαζε μια συλλογή από αυτόγραφα διάσημων Αμερικανών για μια λιθογραφική εκτύπωση. Καθώς όμως ο Λίνκολν έγραψε το κείμενο σε μέγεθος χαρτιού ακατάλληλο για την εκτύπωση, ο Bancroft κράτησε το αυτόγραφο για δικό του. Πολύ αργότερα η οικογένειά του το δώρισε στο Πανεπιστήμιο του Cornell. Αφού το χειρόγραφο του Bancroft δεν έκανε για τη δουλειά που το έστειλε, ο Πρόεδρος έγραψε ένα ακόμη, όπως έπρεπε αυτή τη φορά, το οποίο πέρασε στην κατοχή του συνταγματάρχη Alexander Bliss, προγονού του Bancroft. Το χειρόγραφο αυτό είναι το μόνο που φέρει την υπογραφή του Λίνκολν και την ημερομηνία εκφώνησης (November 19, 1863), και πιθανότατα είναι το τελευταίο που προέρχεται από το δικό του χέρι. Αυτό, το λεγόμενο «αντίγραφο Bliss», θεωρείται το τελικό κείμενο, όπως ο Λίνκολν ήθελε να το αφήσει στους μεταγενέστερους και όχι όπως ακριβώς το εκφώνησε στο Γκέτυσμπεργκ. Σήμερα βρίσκεται στην Αίθουσα Λίνκολν του Λευκού Οίκου.[9]

ΙΙ. Το κείμενο[10]

Address delivered at the dedication of the cemetery at Gettysberg

and seven years ago our fathers brought forth on this continent, a new nation, conceived in Liberty, and dedicated to the proposition that all men are created equal.
Now we are engaged in a great civil war, testing whether that nation, or any nation so conceived and so dedicated, can long endure. We are met on a great battle-field of that war. We have come to dedicate a portion of that field, as a final resting place for those who here gave their lives that the nation might live. It is altogether fitting and proper that we should do this.
But, in a larger sense, we can not dedicate…we can not consecrate…we cannot hallow this ground. The brave men, living and dead, who struggled here, have consecrated it, far above our poor power to add or detract.
The world will little note, nor long remember what we say here, but it can never forget what they did here. It is for us the living, rather, to be dedicated here to the unfinished work which they who fought here have thus far so nobly advanced.
It is rather for us to be here dedicated to the great task remaining before us: that from these honored dead we take increased devotion to that cause for which they gave the last full measure of devotion; that we here highly resolve that these dead shall not have died in vain; that this nation, under God, shall have a new birth of freedom; and that government of the people, by the people, for the people, shall not perish from the earth.

November 19, 1863                                                   Abraham Lincoln
Μετάφραση:

Προσφώνηση κατά την τελετή αφιέρωσης του νεκροταφείου
στο Γκέτυσμπεργκ

Πριν από 87 χρόνια οι πατέρες μας δημιούργησαν σ’ αυτή την ήπειρο ένα καινούργιο έθνος, το οποίο θεμελιώθηκε σε πνεύμα ελευθερίας και αφοσιώθηκε στην αρχή ότι όλοι οι άνθρωποι είναι γεννημένοι ίσοι.
Τώρα είμαστε στρατευμένοι σ’ έναν μεγάλο εμφύλιο πόλεμο, θέτοντας σε δοκιμασία το αν αυτό το έθνος, ή οποιοδήποτε άλλο έθνος που γεννήθηκε με τον ίδιο τρόπο και αφιέρωσε τις δυνάμεις του στην πραγματοποίηση του ίδιου σκοπού, μπορεί να αντέξει επί μακρόν. Συναντιόμαστε σ’ ένα μεγάλο πεδίο μάχης αυτού του πολέμου. Έχουμε έλθει να αφιερώσουμε ένα κομμάτι αυτής της γης ως ύστατο μέρος ανάπαυσης για εκείνους που έδωσαν εδώ τη ζωή τους προκειμένου το έθνος να μπορέσει να ζήσει. Είναι απολύτως πρέπον και σωστό να το πράξουμε.
Όμως, σε μια πιο ευρεία έννοια, εμείς δεν μπορούμε να αφιερώσουμε…δεν μπορούμε να καθαγιάσουμε…δεν μπορούμε να ιεροποιήσουμε αυτό το έδαφος. Οι γενναίοι άνδρες, ζώντες και νεκροί, που πολέμησαν εδώ, το έχουν καθαγιάσει πολύ περισσότερο απ’ ότι μπορούν οι ταπεινές μας δυνάμεις να του προσθέσουν ή να του αφαιρέσουν κάτι.
Ο κόσμος λίγο θα προσέξει, ούτε θα θυμάται για πολύ, όσα λέμε εμείς εδώ, αλλά δεν θα ξεχάσει ποτέ όσα αυτοί έκαναν εδώ. Είναι προτιμότερο για μας τους ζωντανούς να αφοσιωθούμε στο έργο που έμεινε ανολοκλήρωτο, το οποίο όσοι αγωνίστηκαν εδώ το προχώρησαν τόσο μεγαλόψυχα μέχρις αυτού του σημείου.
Είναι προτιμότερο για μας να αφιερωθούμε εδώ στο μεγάλο καθήκον που απομένει ενώπιον μας: ότι, δηλαδή, από αυτούς τους τιμημένους νεκρούς εμείς αντλούμε αυξανόμενη αφοσίωση προς τον αγώνα εκείνον για τον οποίο αυτοί έδωσαν το ύστατο πλήρες μέτρο αφοσιώσεως . ότι εμείς εδώ δεσμευόμαστε πως αυτοί οι νεκροί δεν έπεσαν μάταια . ότι σ’ αυτό το έθνος, υπό την σκέπη του Θεού, θα ξαναγεννηθεί η ελευθερία . και ότι ο τρόπος διακυβέρνησης του λαού, από τον λαό, για τον λαό, δεν θα χαθεί από τη γη.
        19 Νοεμβρίου 1863                                                        Αβραάμ Λίνκολν

ΙΙΙ.  Σχόλια
O Λίνκολν στον λόγο του θέλει να προωθήσει ένα συμφιλιωτικό πνεύμα. Εμφανίζεται ως ο ηγέτης του αμερικανικού έθνους και όχι ως ο αρχηγός της μιας από δύο πλευρές του εμφυλίου πολέμου. Είναι χαρακτηριστικό ότι ανάγεται  κατευθείαν στην έννοια του έθνους και όχι στην κρατική οντότητα διά της οποίας αυτό εκπροσωπείται ως πολιτικό υποκείμενο. Χρησιμοποιεί πέντε φορές τη λέξη έθνος (nation), τέσσερις φορές συγκεκριμένα, για το αμερικανικό έθνος, και μια φορά γενικότερα, για «οποιοδήποτε άλλο έθνος που γεννήθηκε με τον ίδιο τρόπο και αφιέρωσε τις δυνάμεις του στην πραγματοποίηση του ίδιου σκοπού», αλλά αποφεύγει τελείως όρους όπως Ένωση (Union) ή Βορράς (North), οι οποίοι θα τον ταύτιζαν με τη μία από τις αντιμαχόμενες πλευρές. Όταν μιλάει για τους νεκρούς της μάχης, δεν κάνει διάκριση. Ο λόγος του είναι ενωτικός και όχι διχαστικός. Δεν αναφέρεται καθόλου στο μείζον πολιτικό ζήτημα της δουλείας που αποτέλεσε την αφορμή της έκρηξης του πολέμου, ούτε στη Χειραφέτηση των δούλων του Νότου (Emancipation Proclamation) την οποία ο ίδιος διακήρυξε τον Σεπτέμβριο του 1862. Η λέξη δουλεία (slavery) δεν εμφανίζεται ούτε μία φορά στο κείμενο του λόγου.
          Από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του λόγου αυτό που ασφαλώς εντυπωσιάζει είναι η σκανδαλιστική συντομία του. Αυτό, άλλωστε, συνέβαλε κατά πολύ στη μυθοποίησή του και στην ανάδειξή του ως ενός από τους διασημότερους λόγους της αμερικανικής ιστορίας.  Το ύφος του Λίνκολν είναι λιτό. Η γλώσσα απλή και ρέουσα. Συναισθηματικές εξάρσεις και λυρικές ακροβασίες, τόσο επικίνδυνο να εμφιλοχωρήσουν σε έναν επικήδειο λόγο, απουσιάζουν.
          Ενώ ο προηγούμενος ομιλητής, ο διάσημος για την ευγλωττία του Edward Everett, αναλώνεται σε λεπτομέρειες για το πεδίο της μάχης και τη διεξαγωγή της σύγκρουσης, [11] ο Λίνκολν αποστασιοποιείται από τη συγκεκριμένη συγκυρία, αίρεται σε μία αφαίρεση που καθιστά τα λόγια του διαχρονικά. Αν εξαιρέσει κανείς την πρώτη παράγραφο, όπου γίνεται η σύνδεση με τους αμερικανούς πατέρες, ο λόγος θα μπορούσε να ταιριάζει σε κάθε εμφύλιο πόλεμο.
Ο αμερικανός πρόεδρος καλεί τους συμπατριώτες του να αφήσουν πίσω τον πόλεμο και να επανασυνδέσουν το όραμά τους για το μέλλον τής χώρας με τις αρχές και τις αξίες που έθεσαν οι ιδρυτές-πατέρες του έθνους στη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας. Με τον λόγο στο Γκέτυσμπεργκ ο Λίνκολν κατενίκησε ιδεολογικά τον εμφύλιο πόλεμο. Η περαίωσή του και στρατιωτικά ήταν θέμα χρόνου.
          Ποιες είναι, όμως, οι πηγές από τις οποίες αρδεύει η έμπνευση του Αβραάμ Λίνκολν στον επιτάφιο αυτό λόγο του;

Η ρητορική των ελληνικών επιταφίων
Η προσφώνηση του Λίνκολν προς τιμήν των πεσόντων στο Γκέτυσμπεργκ αναπόφευκτα φέρνει στο μυαλό κάθε ανθρώπου με δυτική παιδεία τούς επιταφίους λόγους των αρχαίων Αθηναίων, και μάλιστα τον μνημειωδέστερο όλων, τον Επιτάφιο για τους νεκρούς του πρώτου έτους του Πελοποννησιακού Πολέμου (431 π.Χ.), όπως τον βάζει ο Θουκυδίδης στο στόμα του Περικλή.[12] Αποτελεί δε πρόκληση και πειρασμό να επιχειρήσει κανείς μια σύγκριση ανάμεσα στους δύο επιταφίους λόγους.[13]
          Ο Λίνκολν είναι βέβαιο ότι γνώριζε την αρχαιοελληνική ρητορική των επιταφίων και ότι την είχε τρόπον τινά, συνειδητό ή ασύνειδο, ως πρότυπο στο σχεδιασμό τού δικού του λογυδρίου:
α) Η βασική δομή του λόγου του: αναφορά στους προγόνους – έπαινος των νεκρών – παραίνεση στους ζώντες, απηχεί μια τέτοια επίδραση.[14]
β) Ο Λίνκολν κτίζει τον λόγο του πάνω στα τυπικά αντιθετικά ζεύγη των ελληνικών επιταφίων: ζώντες – νεκροί, λόγος – έργον, αδυναμία των λόγων – δύναμη των έργων.
Πέραν όμως των κοινών σημείων στα δομικά στοιχεία των δύο λόγων, του Λίνκολν και του Θουκυδίδη, η μεγάλη σύμπτωση συνίσταται στο εξής: Και στις δύο περιπτώσεις οι επιτάφιοι ξεφεύγουν από τις συγκεκριμένες περιστάσεις για τις οποίες εγράφησαν και μετατρέπονται σε πολιτικό μανιφέστο των συντακτών τους: του Θουκυδίδη, για να προπαγανδίσει μιαν εξιδανικευμένη εικόνα της αθηναϊκής δημοκρατίας, του Λίνκολν, για να επαναπροσδιορίσει το όραμα του αμερικανικού έθνους.[15]

Η αναβίωση της αρχαίας Ελλάδας στην Αμερική
Ο παραλληλισμός των Ηνωμένων Πολιτειών με την αρχαία Αθήνα ήταν μια αντίληψη του 19ου αιώνα στην Αμερική. Κατά τον 18ο αιώνα οι ιδρυτές-πατέρες του έθνους είχαν στραφεί προς τη Ρώμη –και όχι στην Ελλάδα– για να αντλήσουν πρότυπα διακυβέρνησης της νεότευκτης συμπολιτείας. Ήταν ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, κατά τα χρόνια του Διαφωτισμού, ότι στην κλασική Αθήνα επικρατούσε μια αναρχική δημοκρατία, όπου κυριαρχούσε ο αχαλίνωτος όχλος, βουτηγμένος στον φατριασμό και τη διαφθορά. Αν θαύμαζαν μια ελληνική πόλη, αυτή ήταν η Σπάρτη, την παροιμιώδη πειθαρχεία της οποίας εκτιμούσαν οι αυστηροί ηθικολόγοι της πρώιμης ρωμαϊκής δημοκρατίας.[16] Όταν οι ιδρυτές-πατέρες συζητούσαν για το σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών, το μεικτό πολίτευμα της Ρώμης επικαλούνταν ως πρότυπο και όχι την άμεση δημοκρατία της Αθήνας. Ούτε ένας θεσμός από το αθηναϊκό πολίτευμα δεν υιοθετήθηκε στο σχέδιο συντάγματος του Ομοσπονδιακού Συνεδρίου του 1787. Ο George Washington παραλληλίζονταν με τον ρωμαίο Κινκινάτο, ο οποίος αφού εκπλήρωσε την αποστολή του προς την πατρίδα αποσύρθηκε στον ιδιωτικό του βίο. Στον Thomas Jefferson άρεσε να ζει όπως ένας ρωμαίος αριστοκράτης στην έπαυλή του, που ήταν αντίγραφο εκείνων του Πλίνιου και του Κικέρωνα. Από τη λατινική γραμματεία εμπνεύστηκαν το καταστατικό σύνθημα των Ηνωμένων Πολιτειών e pluribus unum (ένα [φτιαγμένο] από πολλά), που χαράχτηκε στη Μεγάλη του Κράτους Σφραγίδα.[17]
          Η στροφή προς την αρχαία Ελλάδα έγινε με το πέρασμα στον 19ο αιώνα. Η Αμερική δέχεται τον απόηχο από το κίνημα του ρομαντισμού, την έξαρση του ενδιαφέροντος για την ελληνική τέχνη και τις ελληνικές αρχαιότητες, και τη φρενίτιδα του φιλελληνισμού που ξέσπασε με την έναρξη του αγώνα των νεοτέρων Ελλήνων για ανεξαρτησία. Ο Shelley υμνεί την Ελλάδα, η ποίηση του Hölderlin πλημμυρίζει με ελληνικά θέματα, ο λόρδος Elgin παίρνει τα γλυπτά του Παρθενώνα από την τουρκοκρατούμενη Αθήνα στο Λονδίνο, ο Byron πεθαίνει στο Μεσολόγγι υπέρ της ελευθερίας των Ελλήνων. Η Graecomanie που κατακλύζει την Ευρώπη θα μεταναστεύσει και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
          Ένα πρόσωπο που έπαιξε σημαίνοντα ρόλο στην αναβίωση της αρχαίας Ελλάδας στην Αμερική ήταν ο καθηγητής Edward Everett (1794-1865), που τον είδαμε παραπάνω ως τον κεντρικό ομιλητή στην τελετή αφιέρωσης του νεκροταφείου στο Γκέτυσμπεργκ.[18] Γεννημένος στη Βοστώνη, τη μήτρα της αμερικανικής πνευματικής ελίτ, σπούδασε ελληνικά, λατινικά και θεολογία στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ και για ένα διάστημα υπηρέτησε ως κληρικός στην εκκλησία των ενωτιστών (Unitarian Church). Άφησε όμως τον άμβωνα για τη θέση του καθηγητή στην νέα έδρα των αρχαίων ελληνικών που το Χάρβαρντ ίδρυσε γι’ αυτόν. Προτού όμως αναλάβει υπηρεσία, το Πανεπιστήμιο τού χρηματοδότησε τη συνέχιση των σπουδών του στη Γερμανία. Ο Everett έγινε ο πρώτος Αμερικανός που έλαβε διδακτορικό δίπλωμα στη Γερμανία, από το Πανεπιστήμιο του Göttingen (το 1817), το οποίο γνώριζε, κατά την περίοδο αυτή, ημέρες μεγάλης ακαδημαϊκής δόξας.[19]
Η Γερμανία βίωνε τότε τον ενθουσιασμό της νέας ανθρωπιστικής κίνησης που θεμελίωσαν ο J. J. Winckelmann, ο F. A. Wolf και ο Wilhelm von Humboldt, και η οποία είχε σαφώς ελληνικό προσανατολισμό. Αν οι Αμερικανοί προσέβλεπαν στην αρχαιότητα μέσα από την αναζήτησή τους για την εύρεση του τέλειου πολιτειακού προτύπου, οι Γερμανοί ελκύστηκαν κυρίως από το ελληνικό αισθητικό ιδεώδες και την έκφρασή του στην τέχνη. Η αποθέωση της ελληνικής τέχνης στη Γερμανία επέβαλε την ιδέα ότι η αισθητική των Ελλήνων συνδέεται άμεσα με το πολιτικό περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννήθηκε, δηλαδή κατ’ εξοχήν με την αθηναϊκή δημοκρατία. Ο ιδεαλισμός που ενσάρκωνε αυτός ο ελληνοκεντρικός κλασικισμός  βρήκε πρακτική εφαρμογή, όταν ο Humboldt έγινε υπουργός Παιδείας της Πρωσσίας. Τότε ιδρύθηκε το νέο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου που φέρει το όνομά του και εγκαινιάστηκε η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που οδήγησε στη λειτουργία του ουμανιστικού γυμνασίου.[20]
          Ο Everett έμεινε στην Ευρώπη συνολικά πέντε χρόνια, ταξίδεψε σε πολλές χώρες και γνώρισε από κοντά τους αρχηγέτες του φιλελληνικού ρομαντισμού, καθώς και πολλούς Έλληνες (Μπάυρον, Αδαμάντιο Κοραή, Ιγνάτιο Ουγγροβλαχίας, Ούγο Φώσκολο, Αθανάσιο Ψαλίδα). Έφτασε ως την Ελλάδα για να βιώσει in situ την αίσθηση από τα μεγάλα γεγονότα της αρχαίας ελληνικής ιστορίας και να δει τον τόπο όπου γεννήθηκε η πρώτη δημοκρατία στον δυτικό κόσμο. Επέστρεψε στην Αμερική το 1819 με την πεποίθηση ότι μια δεύτερη Αθήνα γεννιόταν στη νέα ήπειρο.[21]
          Η γοητεία που ασκούσε η χαρισματική διδασκαλία και η ρητορική δεινότητα του Everett ώθησε αρκετούς νέους να πάνε στο Γκαίτιγκεν για κλασικές σπουδές. Μεταξύ αυτών και ο ιστορικός George Bancroft (1800-1891) –τον είδαμε παραπάνω ως κάτοχο ενός από τα αυτόγραφα του Λίνκολν– ο οποίος αργότερα μετέφρασε την Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας του καθηγητή του εκεί Arnold H. L. Heeren.[22] Το βιβλίο του Heeren, που υιοθετήθηκε από το Χάρβαρντ ως πανεπιστημιακό εγχειρίδιο, υμνούσε την περίοδο του Περικλή και ανασκεύαζε την εικόνα της Αθήνας ως μιας αναρχούμενης πολιτείας. Η στροφή υπέρ της Αθήνας που σηματοδότησαν οι Everett και Bancroft στις Ηνωμένες Πολιτείες, επηρεασμένοι από την ελληνομανία των Γερμανών,[23] προηγήθηκε της αποκατάστασης της Αθήνας που έλαβε χώρα λίγο αργότερα στη βικτωριανή Αγγλία. Εκεί, βασικός εισηγητής της νέας θεώρησης για την Αθήνα ήταν ο George Grote (1794-1871), ο φιλελεύθερος τραπεζίτης και μανιώδης αρχαιογνώστης, με τη μνημειώδη δωδεκάτομη Ιστορία του.[24] Η πλάστιγγα έγερνε οριστικά υπέρ της Αθήνας. Το πρότυπο της άμεσης δημοκρατίας γνώριζε τη δικαίωση.
          Τόσο ο Everett όσο και ο Bancroft ανήκαν στον κύκλο των πολιτικών συνομιλητών του Λίνκολν και αναμφίβολα άσκησαν επιρροή πάνω του. Ο μακροσκελής λόγος του Everett στο Γκέτυσμπεργκ βρίθει αναφορών στην ελληνική αρχαιότητα και στο έθος των Αθηναίων να εκφωνούν επιταφίους προς τιμήν των πεσόντων για την πατρίδα.

Η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας
Η πρώτη παράγραφος του επιταφίου του Λίνκολν επαναφέρει ευθέως στη μνήμη των ακροατών την Αμερικανική Επανάσταση και τη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας (Declaration of Independence). Ο χρονικός προσδιορισμός «four score and seven years ago» (πριν από 87 χρόνια) παραπέμπει στο έτος 1776, τότε που οι ιδρυτές-πατέρες συγκεντρώθηκαν στη Φιλαδέλφεια για να διακηρύξουν την ανεξαρτησία του νέου έθνους από την παλαιά μητρόπολη.
          Ο Λίνκολν παρακάμπτει το –συντηρητικό στο ζήτημα της δουλείας– αμερικανικό σύνταγμα και κάνει ένα άλμα κατευθείαν προς το σαφώς πιο ριζοσπαστικό κείμενο της Διακήρυξης, όπου ρητά δηλώνεται ότι «all men are created equal» (όλοι οι άνθρωποι είναι γεννημένοι ίσοι). Στον λόγο του καμιά αναφορά δεν γίνεται στο σύνταγμα των Ηνωμένων Πολιτειών, το οποίο νομιμοποιούσε τον θεσμό της δουλείας. Για τον αμερικανό πρόεδρο η Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας είναι το ιδρυτικό ντοκουμέντο του νέου έθνους. Θα ήταν, λοιπόν, μέγιστη ασυνέπεια, εάν οι Αμερικανοί πίστευαν ότι «όλοι οι άνθρωποι έχουν αναφαίρετο δικαίωμα στη ζωή, στην ελευθερία και στην επιδίωξη της ευτυχίας» αλλά αρνούνταν το δικαίωμα αυτό στους μαύρους δούλους.
          Το πνεύμα της εποχής, μέσα στο οποίο διαμορφώνεται η εδραία θέση του Λίνκολν για την κατάργηση της δουλείας, είχε επηρεασθεί έντονα από το κίνημα του υπερβατισμού (transcendentalism) της Νέας Αγγλίας. Πρόκειται ουσιαστικά για την αμερικανική εκδοχή του ρομαντισμού, η οποία πήρε το όνομα της από την έμφαση στο είδος της διάνοιας που υπερβαίνει τα όρια του ορθού λόγου. Ένα ιδεαλιστικό σύστημα σκέψης που έχει τις ρίζες του στην υπερβατολογική φιλοσοφία  του Ιmmanuel Kant, ειδικότερα όπως διαπλάστηκε από τους βρετανούς μεταφραστές του  Thomas Carlyle και Samuel Τ. Coleridge. Ο υπερβατισμός βρήκε πρόσφορο έδαφος στον πουριτανισμό της Νέας Αγγλίας κατά τις δεκαετίες 1830-1850.[25] Πίσω από το ψευδο-φιλοσοφικό προπέτασμα των οπαδών του υπερβατισμού πρόβαλλε ένα κίνημα θρησκευτικής και κοινωνικής μεταρρύθμισης, στο οποίο το αίτημα για την κατάργηση της δουλείας κατείχε σημαίνουσα θέση.
          Πολλές από τις ιδέες που εκφράζει ο Λίνκολν στον επιτάφιο λόγο του στο Γκέτυσμπεργκ ανάγονται σε διατυπώσεις ηγετικών μορφών του κινήματος αυτού, όπως είναι ο Ralph W. Emerson και ο μαχητικότερος όλων Theodore Parker. Για τον θεολόγο, ιερωμένο και φλογερό κοινωνικό μεταρρυθμιστή Parker (1810-1860) η πίστη στη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας είχε μια οιονεί μεταφυσική διάσταση: Η Διακήρυξη, κατά την οποία όλοι οι άνθρωποι προικίζονται από τον Δημιουργό με όλα τα φυσικά δικαιώματα, είναι το απόλυτο ιδεώδες. το Σύνταγμα είναι ένας προσωρινός συμβιβασμός ανάμεσα στο ιδεώδες και στον τρέχοντα εγωισμό των ανθρώπων του Βορρά και του Νότου. Ως πολιτικός ακτιβιστής, ο Parker, υποστήριξε σθεναρά τη χειραφέτηση των δούλων και τον αγώνα υπέρ των νέγρων. Στη ρητορική του εμφανίζεται σταθερά η θέση ότι «Democracy is direct self-government of all the people, by all the people, for all the people» (Δημοκρατία είναι άμεση αυτό-διακυβέρνηση όλου του λαού, από όλο τον λαό, για όλο τον λαό), σε διάφορες παραλλαγές. Αυτή την τριπλή επωδό υιοθέτησε ο Λίνκολν στην ακροτελεύτια πρόταση –την πιο διάσημη– του λόγου του. [26]

Πάνω απ’ όλα η Ένωση !
Η μεγάλη διαφορά του Αβραάμ Λίνκολν από τους απόλυτους οπαδούς της κατάργησης της δουλείας, τους λεγόμενους abolitionists, έγκειτο στο ότι ο αμερικανός πρόεδρος έθετε σε υψηλότερη προτεραιότητα τη διατήρηση της Ένωσης όλων των πολιτειών. Οι ακραιφνείς οπαδοί της κατάργησης, όπως για παράδειγμα ο Theodore Parker, δεν δίσταζαν να δέχονται την απόσχιση των νότιων δουλοκτητικών πολιτειών προκειμένου το «καρκίνωμα» της δουλείας να μην διεισδύσει στον ελεύθερο Βορρά. Το σκεπτικό αυτό έβρισκε τον Λίνκολν ριζικά αντίθετο. Στο δίλημμα: «διατήρηση της Ένωσης ή κατάργηση της δουλείας», ο Λίνκολν αναφανδόν επέλεγε το πρώτο, και κατηγορήθηκε σφοδρά γι’ αυτό από τους abolitionists.  Ο ίδιος ο αμερικανός πρόεδρος διατυπώνει με εξαιρετική σαφήνεια όσο και με δεινή ρητορική τέχνη τη θέση του πάνω στο δίλημμα αυτό στην περίφημη επιστολή του στην εφημερίδα New York Tribune της 22ας Αυγούστου 1862, ως απάντηση στο κύριο άρθρο του εκδότη Horace Greely:

«My paramount object in this struggle is to save the Union, and is not either to save or to destroy slavery. If I could save the Union without freeing any slave I would do it, and if I could save it by freeing all the slaves I would do it; and if I could save it by freeing some and leaving others alone I would also do that. What I do about slavery, and the colored race, I do because I believe it helps to save the Union; and what I forbear, I forbear because I do not believe it would help to save the Union».[27]  

«Ο υπέρτατος στόχος μου σ’ αυτόν τον αγώνα είναι να σώσω την Ένωση, και δεν είναι ούτε να σώσω ούτε να καταργήσω τη δουλεία. Εάν μπορούσα να σώσω την Ένωση χωρίς να απελευθερώσω ούτε ένα δούλο, θα το έκανα, και εάν μπορούσα να τη σώσω με το να απελευθερώσω όλους τους δούλους, θα το έκανα . και εάν μπορούσα να τη σώσω με το να απελευθερώσω μερικούς και να αφήσω άλλους στην κατάσταση που είναι, εγώ επίσης θα το έκανα. Ό,τι κάνω για τη δουλεία και την έγχρωμη φυλή, το κάνω επειδή πιστεύω ότι αυτό βοηθά να σώσω την Ένωση. Και ό,τι αποφεύγω, το αποφεύγω, γιατί δεν πιστεύω ότι αυτό θα βοηθούσε να σώσω την Ένωση».

Η εμμονή του Λίνκολν στη διατήρηση της Ένωσης είχε δεχθεί έντονη επίδραση από εκείνη τη δεξαμενή πολιτικής σκέψης που αντετίθετο στη δουλεία κάνοντας όμως τις αναγκαίες πρόσκαιρες παραχωρήσεις προς τον Νότο για τη διατήρηση της εθνικής ενότητας. Ως φορείς αυτής της πολιτικής διακρίθηκαν δύο γερουσιαστές της προηγούμενης γενιάς, ο Henry Clay (1777-1852) και κυρίως ο Daniel Webster (1782-1852), οι οποίοι επηρέασαν δραστικά τη διαμόρφωση της πολιτικής σκέψης του Λίνκολν. Ο πρώτος, ο «μεγάλος συμβιβαστής», ήταν ο αρχιτέκτονας του Συμβιβασμού του Μισούρι (1820) και του Συμβιβασμού του 1850 . ο δεύτερος, ο μεγάλος συνταγματικός απολογητής της εθνικής ενότητας σε βάρος της κυριαρχίας των επιμέρους Πολιτειών. Ο Webster απέρριπτε τη θέση ότι το αμερικανικό έθνος ήταν ένας συνασπισμός κυρίαρχων Πολιτειών που είχαν συνδεθεί με ένα σύμφωνο, δηλαδή το Σύνταγμα. Υποστήριζε ότι οι Αμερικανοί αποτελούσαν έναν ενιαίο λαό ο οποίος έκανε την Επανάσταση, διακήρυξε την ανεξαρτησία του το 1776 και ίδρυσε μια «αιώνια ένωση».[28]
          Απόηχος αυτής της ιδέας για την αρραγή ενότητα του αμερικανικού έθνους αντανακλάται στις συνεχείς αναφορές στο έθνος του επιταφίου στο Γκέτυσμπεργκ. Ωστόσο, με το αίτημα που διατυπώνει στο τέλος του λόγου, ο Λίνκολν επαναπροσδιορίζει τον Εμφύλιο Πόλεμο όχι μόνο ως αγώνα για την Ένωση αλλά και  για «μια αναγέννηση της ελευθερίας» (a new birth of freedom), η οποία θα φέρει την αληθινή ισότητα ανάμεσα σε όλους τους πολίτες.

Υστερόγραφο
Στις εκλογές του 1864 ο Αβραάμ Λίνκολν επανεκλέγεται Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Τον Ιανουάριο του επόμενου έτους, το Κογκρέσο προτείνει τη 13η τροποποίηση (Amendment) του αμερικανικού συντάγματος, με την οποία καταργείται ο θεσμός της δουλείας. Στην κατακλείδα του εναρκτήριου λόγου της δεύτερης προεδρικής του θητείας (4 Μαρτίου 1865), κι ενώ ο πόλεμος έφτανε στο τέλος του, ο Λίνκολν τόνιζε: «Χωρίς μνησικακία για κανέναν . με επιείκεια προς όλους …ας συνεχίσουμε τον αγώνα για να ολοκληρώσουμε το έργο το οποίο έχουμε αναλάβει . να δέσουμε τις πληγές του έθνους … να κάνουμε το παν που θα μας επιτρέψει να επιτύχουμε και να διατηρήσουμε μια δίκαιη και διαρκή ειρήνη». Η περίοδος της μετεμφυλιακής ανασυγκρότησης (Reconstruction) είχε κιόλας ξεκινήσει. Ένα μήνα μετά, οι δυνάμεις της Ένωσης έμπαιναν στο Ρίτσμοντ, την πρωτεύουσα των Νοτίων. Στις 8 Απριλίου ο θρυλικός στρατηγός Robert E. Lee παραδινόταν στο Αποματώξ της Βιρτζίνια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής ενοποιούντο εκ νέου. Ο Λίνκολν, όμως, δεν πρόλαβε να ζήσει τις τελευταίες στιγμές των μεγάλων γεγονότων. Στις 14 Απριλίου 1865, στο θέατρο Φορντ της Ουάσιγκτον, κατά τη διάρκεια μιας παράστασης, πυροβολήθηκε και τραυματίστηκε θανάσιμα από έναν ηθοποιό, φανατικό πατριώτη του Νότου.
Η δολοφονία του Αβραάμ Λίνκολν τον περιέβαλε με την αίγλη του ήρωα και τον έστειλε στη σφαίρα του μύθου. Ο επιτάφιος λόγος στο Γκέτυσμπεργκ πέρασε στην Ιστορία ως μία από τις πιο συγκλονιστικές μαρτυρίες αυτού του μύθου. 

                                                          


[1] Ο κος Βασίλειος Βερτουδάκης είναι εκλ. Λέκτορας στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, διδάσκων στο ΕΑΠ και στην ΑΕΑΗ Κρήτης.
Βόρεια του 36ο 30΄ παραλλήλου και δυτικά του Μισισιπή. Βλ. Roger L. Ransom, Conflict and Compromise. The Political Economy of Slavery, Emancipation, and the American Civil War, New York 1989, σ. 33-40, 123-127.
2. Από τον κυκεώνα της βιβλιογραφίας για τον αμερικανικό Εμφύλιο Πόλεμο: Μια πολύ καλή επιτομή  δίνει ο James M. McPherson, Battle Cry of Freedom. The Civil War Era, New YorkOxford 1988. Επίσης, R. L. Ransom, ό.π. (σημ. 1). George B. Tindall & David E. Shi, America. A Narrative History, New York-London 1989, σ. 374-439. Από την (πενιχρή) εγχώρια βιβλιογραφία, βλ. David M. Potter, «Ο Εμφύλιος Πόλεμος», στο: C. Vann Woodward (επιμ.), Συγκριτικά δοκίμια γύρω από την αμερικανική ιστορία (μετάφρ. Κώστας Τσαχτσής), Αθήναι 1969, σ. 195-210. Αντώνιος Α. Μαγουλάς, Ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Οι ρίζες του αμερικανικού ονείρου, 1600-1990, Αθήνα 19972, σ. 271-316.  Θάνος Βερέμης, ΗΠΑ: Από το 1776 έως σήμερα, Αθήνα 2003, σ. 47-52.
3. Ως συνολικές απώλειες (casualties) αναφέρονται: 28.063 άνδρες για τους Συνομοσπονδιακούς και 23.049 για την Ένωση. Για τη μάχη στο Γκέτυσμπεργκ, βλ. J.M. McPherson, ό.π. (σημ. 2), σ. 653 κ.εξ.. R.L. Ransom, ό.π. (σημ. 1), σ. 187-188.
4. Για τη ζωή και την πολιτική σταδιοδρομία του Λίνκολν η βιβλιογραφία είναι απέραντη. Αναφέρεται συχνά ότι είναι το πρόσωπο για το οποίο έχουν γραφεί τα περισσότερα αγγλόφωνα βιβλία παρά για οποιοδήποτε άλλο εκτός από τον Ιησού από τη Ναζαρέτ και τον Σαίξπηρ. Ενδεικτικά: Lord Charnwood, Abraham Lincoln, New York 1950 (19161). Stefan Lorant, The Life of Abraham Lincoln. A Short, Illustrated Biography, New York 1955. James M. MacPherson, Abraham Lincoln and the Second American Revolution, Oxford 1990.
5. Harold Holzer (ed.), The Lincoln-Douglas Debates: The First Complete, Unexpurgated Text, New York 1993. David Zarefsky, Lincoln, Douglas, and Slavery: In the Crucible of Public Debate, Chicago  1990.
6. Βλ. τις μαρτυρίες που παραθέτει ο Garry Wills, Lincoln at Gettysberg. The words that Remade America, New York 1992, σ. 27 κ.εξ.
7. Βλ. St. Lorant, ό.π. (σημ. 4), σ. 187.
8. Οι διαφορές πάντως ανάμεσα στο τελικό κείμενο του «αντιγράφου Bliss» και τα άλλα χειρόγραφα είναι αμελητέες και άνευ ουσίας. Για την ιστορία των χειρογράφων, βλ. την εισαγωγή των Daniel C. Mearns και Lloyd A. Dunlap στο: Long Remembered: Facsimiles of the Five Versions of the Gettysburg in the Handwriting of Abraham Lincoln, Library of Congress 1963. Πβ. G. Wills, ό.π. (σημ. 6), σ. 191-203.
9. Roy P. Basler (εκδ.), The Collected Works of Abraham Lincoln, τ. 7, New Brunswick, N.J.: Rutgers University Press 1955, σ. 22.
10. Ολόκληρος ο λόγος του Everett παρατίθεται ως παράρτημα στο βιβλίο του G. Wills, ό.π. (σημ. 6), σ. 213-247, από την έκδοση Edward Everett, Orations and Speeches on Various Occasions, τ. 4 (Little, Brown 1868).
11. Για τους σωζόμενους επιταφίους από την ελληνική αρχαιότητα (Θουκυδίδη, Γοργία, Λυσία, Πλάτωνα, Δημοσθένη, Υπερείδη), βλ. Ιωάννης Συκουτρής, «Επιτάφιοι προς τιμήν των πεσόντων εις τας αρχαίας Αθήνας», στο: Μελέται και Άρθρα, Αθήναι 19822, σ. 562-570 (=Εκλογή έργων, Αθήνα 1997, σ. 399-412). Διεξοδική ανάλυση του Επιταφίου του Θουκυδίδη και ένταξή του στο ιστορικό περιβάλλον δίνει η Nicole Loraux, Linvention dAthènes.  Histoire de loraison funèbre dans lacité classique, Paris 1993 (19811).
12. Ο John H. Finley (Θουκυδίδης, μετάφρ. Τάσος Κουκουλιός, Αθήνα 1985, σ. 150) μιλώντας για τον Επιτάφιο του Περικλή σημειώνει: «…ο Επιτάφιος δεν φαίνεται να έχει τον ίσο του, εκτός ίσως από την προσφώνηση του Γκέτυσμπεργκ».
13. Αναλυτικά για την τυπική δομή των ελληνικών επιταφίων, Ι. Συκουτρής, ό.π. (σημ. 11), σ. 571-584, ειδικά για τον επιτάφιο του Θουκυδίδη, Ι.Θ. Κακριδής, Περικλέους Επιτάφιος (Θουκυδ. ΙΙ 34-46), Αθήνα 19817, σ. 49.
14. Να αναζητήσει κανείς και διαφορές μεταξύ των δύο επιταφίων είναι άνευ νοήματος, μιας και η προθετικότητα του κάθε κειμένου είναι διαφορετική και η έκτασή τους εντελώς άλλης τάξεως. Ας επισημανθεί όμως μία: Ο Λίνκολν επικαλείται τον Θεό (under God), ενώ ο ορθολογιστής και «άθεος» Θουκυδίδης σε 12 ολόκληρες παραγράφους δεν κάνει την παραμικρή σχετική αναφορά.
15. Για τη διαμάχη ανάμεσα στην Αθήνα και τη Σπάρτη ως πολιτειακό πρότυπο στις αντιλήψεις των Διαφωτιστών (με σαφή υπεροχή της Σπάρτης, ιδίως στον Rousseau), βλ. Jennifer Tolbert Roberts,  Η Αθήνα στο Εδώλιο. Η αντιδημοκρατική παράδοση στη δυτική σκέψη (μετάφρ. Π.Ι. Χιωτέλλης), Αθήνα 2004, σ. 200-224. Gilbert Highet, Η κλασική παράδοση. Οι ελληνικές και ρωμαϊκές επιδράσεις στη λογοτεχνία της Δύσης (μετάφρ. Τζένη Μαστοράκη), Αθήνα 1988, σ. 533 κ.εξ.
16. Για την προτίμηση των ιδρυτών της αμερικανικής ομοσπονδίας στη Ρώμη, βλ. Highet, ό.π.  (σημ. 15), σ. 540-542. Simon Goldhill, Έρωτας και Τραγωδία. Πώς ο αρχαίος κόσμος διαμορφώνει τη ζωή μας (μετάφρ. Κωνσταντίνα Τριανταφυλλοπούλου), Αθήνα 2006, σ. 361 κ.εξ.
17. Για την προσωπικότητα του Everett και γενικότερα για την στροφή των ΗΠΑ προς την αρχαία Ελλάδα, οφείλω πολλά στον G. Wills, ό.π. (σημ. 6), σ. 41-62.
18. Για το Göttingen ως κέντρο ελληνικών σπουδών κατά την περίοδο αυτή, βλ. Ulrich von Wilamowitz-Moellendorff, Ιστορία της Κλασικής Φιλολογίας (μετάφρ. Ι.Ν.Καζάζης), Θεσσαλονίκη 2005, σ. 201-203.
19. Αναλυτικά για τη νέα θεώρηση της ελληνικής αρχαιότητας στη Γερμανία, Rudolf Pfeiffer, Ιστορία της κλασσικής φιλολογίας. Από το 1300 μέχρι το 1850 (μετάφρ. Παναγιώτης Ξένος – Βασίλης Μοσκόβης), Αθήναι 1980, σ. 193 κ.εξ.. J.T. Roberts, ό.π. (σημ. 15), σ. 269-290. Κωνσταντίνος Ι. Βουρβέρης, Εισαγωγή εις την αρχαιογνωσίαν και την κλασσικήν φιλολογίαν, Αθήναι 1967, σ. 245 κ.εξ., και το περιβόητο βιβλίο της Eliza Μ. Butler, The Tyranny of Greece over Germany, Cambridge 1935. Με τον δικό του τρόπο ο S. Goldhill, ό.π. (σημ. 16), σ. 379 κ.εξ.
20. Βλ. Stephen A. Larrabee, Hellas Observed: The American Experience of Greece, 1775-1865, New York 1957, σ. 28-48.
21. George Bancroft, Ancient Greece, Translated from the German of Arnold H.L. Heeren, London 1841.
22. Για την επίδραση της γερμανικής φιλολογικής επιστήμης στην ανάπτυξη των κλασικών σπουδών στην Αμερική, William  Calder, “Studies in the Modern History of Classical Scholarship”, Antiqua 27 (1984), σ. 15-42.
23. George Grote, A History of Greece from the Erliest Period to the Close of the Generation Contemporary with Alexander the Great, London 1846-1856. Για τη διαχείριση της ελληνικής αρχαιότητας στη Βρετανία κατά τη βικτωριανή περίοδο, βασικό το έργο του Frank Turner, The Greek Heritage in Victorian Britain, New Haven 1981.  πβ. J.T. Roberts, ό.π. (σημ. 15), σ. 293-327.
24. Για το κίνημα του υπερβατισμού στην Αμερική, βλ. G. B. Tindall & D. E. Shi, ό.π. (σημ. 2), σ. 309-310 .  Α. Μαγουλάς, ό.π. (σημ. 2), σ. 248.
25. Για την επίδραση που άσκησε ο Theodore Parker στον Λίνκολν, με παραπομπή σε χαρακτηριστικά  αποσπάσματα  λόγων τους, βλ. G. Wills, ό.π. (σημ. 6), σ. 90 κ.εξ.
26. Abraham Lincoln, Speeches and Writings, edited by Don E. Fehrenbacher, τ. 2, New York: Library of America 1989, σ. 357-358. Πρόκειται για ένα κείμενο μεγάλης ρητορικής επιδεξιότητας γεμάτο από  γοργίεια σχήματα (αντιθέσεις, ομοιοτέλευτα, ισοζυγιασμένες υποθέσεις – αποδόσεις). Βλ. Charles N. Smiley, “Lincoln and Gorgias”, Classical Journal 13 (1917), σ. 124-128. πβ. G. Wills, ό.π. (σημ. 6), σ. 167-168. 
27. Για τους Henry Clay και Daniel Webster, καθώς και για τον έντονο πολιτικό διάλογο περί των δικαιωμάτων των Πολιτειών έναντι της κεντρικής κυβερνήσεως (Sectionalism vs Nationalism), βλ. G. B. Tindall & D. E. Shi, ό.π. (σημ. 2), σ. 256-262.  Merrill D. Peterson, The Great Triumvirate: Webster, Clay, and Calhoun, New York 2001 (19871).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου