Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

Β. Βερτουδάκη, Η λογοτεχνία της αρχαίας Κρήτης.



Η ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΚΡΗΤΗΣ

Προλεγόμενα

Ας το πούμε από την αρχή καθαρά!  Η λογοτεχνική παραγωγή της αρχαίας Κρήτης είναι εξαιρετικά πενιχρή: οι παραδεδομένες μαρτυρίες λίγες και τα σωζόμενα αποσπάσματα ελάχιστα.[1] Πώς εξηγείται όμως το ότι μια αρκετά εύρωστη γεωγραφική οντότητα με το ένδοξο μινωικό παρελθόν παρουσιάζει μια τέτοια λογοτεχνική πενία κατά τους ιστορικούς χρόνους;  Η ιστορική θέση του K. Marx ότι η οικονομική βάση μιας κοινωνίας καθορίζει το πνευματικό της εποικοδόμημα βρίσκει και στην περίπτωση της αρχαίας Κρήτης πλήρη εφαρμογή.  «Οι πολιτισμοί είναι οικονομίες»![2]  Η κρητική κοινωνία δεν εβίωσε την οικονομική επανάσταση που συντελέστηκε στην υπόλοιπη Ελλάδα κατά την αρχαϊκή εποχή. Στην κοσμογονία του μεγάλου αποικισμού κατά τον 7ο και 6ο αιώνα ουσιαστικά μένει αμέτοχη.[3]  Η βιοτεχνία και το εξαγωγικό εμπόριο δεν ευνοούνται από τις κρητικές πόλεις. Η οικονομία παραμένει αγροτική, γεγονός που παραπέμπει a priori σε κοινωνία συντηρητική. Νέες ανερχόμενες οικονομικά κοινωνικές τάξεις δεν εμφανίζονται. Οι μεγάλες κοινωνικές συγκρούσεις, που έλαβαν χώρα στην αρχαϊκή Ελλάδα, ανάμεσα στην παλαιά τάξη των ευγενών ιδιοκτητών γης και στη νέα τάξη των πλούσιων εμπόρων, που απαιτούσαν μερίδιο στην πολιτική εξουσία, εδώ δεν έγιναν. Η κρητική κοινωνία, δυσκίνητη και εσωστρεφής, παραμένει αυστηρά προσηλωμένη στο αριστοκρατικό πολίτευμα έως την ελληνιστική εποχή.[4]  Η έλλειψη κοινωνικής κινητικότητας και η στατικότητα του πολιτικού συστήματος δεν ευνόησαν τις πνευματικές αναζητήσεις και συνακόλουθα τις λογοτεχνικές επιτεύξεις που γνώρισαν άλλες περιοχές του ελληνικού κόσμου.



ΠΡΟΔΩΡΙΚΗ  ΠΕΡΙΟΔΟΣ

Υπήρχε λογοτεχνία στην Κρήτη πριν από την έλευση των Δωριέων ;  Είναι γνωστό ότι στις εκατοντάδες πινακίδων της Γραμμικής γραφής Β΄, που έχουν βρεθεί στα μινωικά ανάκτορα της Κρήτης, δεν υπάρχουν ίχνη λογοτεχνίας ή μαρτυρίες περί λογοτεχνικών κειμένων. Το περιεχόμενό τους είναι λογιστικής φύσεως και εξαντλείται στην καταγραφή της οικονομικής διαχείρισης του βασιλείου. Ωστόσο, παρουσιάζονται κάποιες ενδείξεις που μας επιτρέπουν να εικάσουμε ότι θα πρέπει να υπήρχε προφορική ποιητική παράδοση ήδη στη μινωική Κρήτη.[5]
Κατ’ αρχήν ο βασιλικός θεσμός προωθεί την καλλιέργεια της ποίησης, κυρίως της ηρωικής, και η ύπαρξη αυλής δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ανάπτυξη ενός περιβάλλοντος στο οποίο προσκολλούνταν ένας κύκλος αοιδών γύρω από τον μονάρχη. Πέραν όμως του πολιτικού παράγοντα, και οι θρησκευτικές τελετουργίες και λατρευτικές εκδηλώσεις των Μινωιτών φαίνεται να ευνοούσαν την ανάπτυξη προφορικής λογοτεχνικής παράδοσης.[6] Ας θυμηθούμε ότι κατά την αρχαία αντίληψη μουσική, χορός και τραγούδι, δηλαδή έμμετρος λόγος, αποτελούν μια αδιάσπαστη ενότητα.[7] Δεδομένου λοιπόν ότι διαθέτουμε ασφαλείς αρχαιολογικές μαρτυρίες για τη χρήση λύρας και αυλού καθώς και αναπαραστάσεις χορευτικών κινήσεων στη μινωική Κρήτη, είναι δύσκολο να φανταστούμε ότι απουσίαζε η προφορική ποιητική δημιουργία.[8]
Επίσης το γεγονός ότι στα ομηρικά έπη και στον ομηρικό Ύμνο στον Απόλλωνα γίνονται συχνές αναφορές στην Κρήτη και στην μουσικοποιητική παράδοση των Κρητών,[9] μάς υποβάλλει τη σκέψη ότι η αρχαϊκή ελληνική επική ποίηση άντλησε από τοπικούς αχαιούς ποιητές, οι οποίοι διατηρούσαν τις παλαιές μινωικές αναμνήσεις.
Οι έμμεσες αυτές ενδείξεις, αν και δεν μας προσφέρουν κανένα χειροπιαστό συμπέρασμα, μας επιτρέπουν να διατυπώσουμε την εύλογη υπόθεση ότι, όταν οι Μυκηναίοι κατέκτησαν τους Μινωίτες, βρήκαν στο νησί μια ήδη υπάρχουσα μουσική και ποιητική παράδοση, την οποία προσέλαβαν και η οποία επέδρασε κατά το μάλλον ή ήττον στη διαμόρφωση της αρχαϊκής επικής ποίησης των Ελλήνων.



ΑΠΟ ΤΗ ΔΩΡΙΚΗ ΚΑΤΑΚΤΗΣΗ ΩΣ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

Όταν οι Δωριείς κατεβαίνουν στην Κρήτη αναμειγνύονται με τα προϋπάρχοντα φύλα με αποτέλεσμα να προκύψει μία νέα εθνολογική σύνθεση, αντανάκλαση της οποίας αποτυπώνεται στην ομηρική Οδύσσεια (τ 173-177):

                                       ἐν δ' ἄνθρωποι
πολλοί, ἀπειρέσιοι, καὶ ἐννήκοντα πόληες.
ἄλλη δ' ἄλλων γλῶσσα μεμιγμένη.  ἐν μὲν Ἀχαιοί,
ἐν δ' Ἐτεόκρητες μεγαλήτορες, ἐν δὲ Κύδωνες
Δωριέες τε τριχάϊκες δῖοί τε Πελασγοί.

[το κατοικούν (δηλ. το νησί της Κρήτης) πολλοί, άνθρωποι αναρίθμητοι, σε πόλεις ενενήντα.
Μεικτή η γλώσσα τους κι ανάκατη, ανάλογα με τη φυλή .
άλλοι Αχαιοί, άλλοι οι βέροι Κρητικοί, γενναίοι,
εκεί κι οι Δωριείς στα τρία χωρισμένοι, κι ακόμη
οι Κύδωνες κι οι θείοι Πελασγοί.] [10]
                                                   (μετ. Δ.Ν. Μαρωνίτης)

Είναι όμως απολύτως σαφές ότι η φυσιογνωμία της αρχαίας Κρήτης από την έναρξη των ιστορικών χρόνων ως το τέλος της αρχαιότητας είναι κατ’ εξοχήν δωρική. Η παραδοσιακή πατριαρχική βασιλεία καταργείται και εγκαθιδρύονται αριστοκρατικά πολιτεύματα. Οι κοινωνικές δομές και οι νοοτροπίες προσαρμόζονται στα δωρικά ήθη και θέσμια: πειθαρχία στους νόμους, στρατιωτικό πνεύμα, σκληραγωγία στην εκπαίδευση.[11]

Μετά την έλευση των Δωριέων ακολουθούν οι λεγόμενοι «σκοτεινοί αιώνες». Κατά την περίοδο μετά το 1100 ελάχιστα ιστορικά γεγονότα είναι γνωστά. Το πρώτο φως διαφαίνεται κατά τον 7ο αιώνα. Σε ό,τι αφορά τον κόσμο του πνεύματος, οι φιλολογικές μαρτυρίες είναι εξαιρετικά λίγες. Όποιες πληροφορίες έχουμε για τη λογοτεχνική παραγωγή, προέρχονται από συγγραφείς της ύστερης αρχαιότητας.

 

Τα πρώτα ονόματα: Επιμενίδης και Θαλήτας


Ανάμεσα στο μύθο και την ιστορία κινείται ο Επιμενίδης από την Κνωσό ή τη Φαιστό (7ος αιώνας). Η ιστορικότητα της μορφής του υποστηρίζεται από πληροφορίες σχετικά με την πρόσκλησή του στην Αθήνα το 612 για να καθάρει  την πόλη από το Κυλώνειο Άγος.[12]  Από την άλλη μεριά όμως, μια σειρά από υπερφυσικές ιδιότητες που του αποδίδονται, τον μετατοπίζουν στη σφαίρα του θρύλου. Μας παραδίδεται ότι κοιμήθηκε για 57 χρόνια μέσα σ’ ένα σπήλαιο, ότι είχε επινοήσει μια μυστηριώδη τροφή που τον είχε απαλλάξει από την πείνα, ότι ξαναγύρισε περισσότερες φορές στη ζωή και ότι, τέλος, είχε την  εμπειρία ψυχικών περιπάτων, δηλαδή ότι η ψυχή του μπορούσε, όσο καιρό ήθελε, να περιπλανάται έξω από το σώμα του. Θεωρήθηκε δε ένας από τους επτά σοφούς στη θέση του Περίανδρου.

Ο Επιμενίδης εντάσσεται στο γενικότερο κλίμα μιας ενθουσιαστικής θρησκευτικότητας, που πιθανότατα υιοθετεί στοιχεία του ασιατικού Σαμανισμού, ως προϊόν των επιδράσεων που δέχτηκαν οι Έλληνες από τις περιοχές του Εύξεινου Πόντου κατά τον Δεύτερο Αποικισμό. Είναι το ίδιο ρεύμα το οποίο οδηγεί στους Ορφικούς, τον Πυθαγόρα και τον Εμπεδοκλή.[13]

Κατόπιν τούτων δεν μας εκπλήσσει το γεγονός ότι όσα έργα τού αποδίδει η μεταγενέστερη παράδοση κινούνται επί το πλείστον στο χώρο της θρησκευτικής και μυθολογικής λογοτεχνίας. Στο ποιητικό του έργο κυριαρχούν τα επικά ποιήματα (ως ἐποποιὸς αναφέρεται στο λεξικό της Σούδας): μια θεογονία, ένα κείμενο Χρησμῶν, καθώς και Κουρήτων καὶ Κορυβάντων γένεσις, Τελχινιακή ἱστορία, Περὶ Μίνω καὶ Ῥαδαμάνθυος, Ἀργοῦς ναυπηγία καὶ Ἰάσονος εἰς Κόλχους ἀπόπλους. Από τα έτσι κι αλλιώς αμφιβόλου γνησιότητας αυτά ποιήματα ελάχιστα αποσπάσματα σώζονται. Από πολύ μεταγενέστερους συγγραφείς τού αποδίδονται και πεζά έργα, ασφαλώς ψευδεπίγραφα: Περὶ θυσιῶν, Κρητικά, Ἐπιστολαί.[14]
Στον Επιμενίδη αποδίδεται και ο αμφίσημος στίχος «Κρῆτες ἀεὶ ψεῦσται, κακὰ θηρία, γαστέρες ἀργαί», που καταγράφεται από τον Απόστολο Παύλο στην προς Τίτον επιστολή του (1.12) και που αξιοποιεί λογοτεχνικά πρώτος ο Καλλίμαχος στον Ύμνο του στον Δία.[15] Ο στίχος ίσως θέλει να δικαιολογήσει την παράδοξη πίστη των Κρητικών σ’ έναν Δία που πεθαίνει, αλλά ανακυκλώνει αενάως το παράδοξο, καθώς και ο Επιμενίδης ήταν Κρητικός, επομένως ψεύτης !

Ως διάσημος ποιητής, μουσικοδιδάσκαλος αλλά και νομοθέτης και καθαρτής αναφέρεται ο Γορτύνιος Θαλήτας. Λέγεται ότι κατά τον 7ο αιώνα πήγε στην Σπάρτη, τότε που η πόλη, επιδεικνύοντας ένα αξιοπρόσεκτα φιλελεύθερο πνεύμα, ήταν ακόμη ανοικτή στους ξένους, και ότι υπήρξε μάλιστα δάσκαλος και φίλος του καταστατικού νομοθέτη της Λυκούργου.[16] 
Σύμφωνα με το Περὶ μουσικῆς του Ψευδο-Πλουτάρχου θεωρείται ένας από τους θεμελιωτές της λεγόμενης δεύτερης μουσικής σχολής στη Σπάρτη (της πρώτης ήταν ο Τέρπανδρος) μαζί με τον Ξενόδαμο από τα Κύθηρα, τον Ξενόκριτο από τους Λοκρούς της Κάτω Ιταλίας, τον Πολύμνηστο από την Κολοφώνα και τον Σακάδα από το Άργος. είναι αυτοί που εισήγαγαν στην Σπάρτη την εορτή των Γυμνοπαιδιών. Κορυφαίος συνθέτης παιάνων και υπορχημάτων, ο Θαλήτας έφερε, κατά την παράδοση, στους Λάκωνες την αυλωδική μουσική της κρητικής λατρείας του Απόλλωνα και μαζί με αυτήν ένα ιδιαίτερο είδος ορχηστικής ποίησης, τους κρητικούς ρυθμούς, που είχε ο ίδιος επινοήσει.[17]  Οι μουσικές συνθέσεις του και τα ποιητικά του έργα θα πρέπει να ήταν δημοφιλή ως και τους ελληνιστικούς χρόνους.[18] Τίποτε όμως από αυτά δεν σώζεται. Κρατούμε, ωστόσο, με βεβαιότητα τη συμβολή του στην ανάπτυξη, κατά τα πρώιμα αρχαϊκά χρόνια, μιας πλούσιας ποιητικής παράδοσης στην Σπάρτη, από την οποία άντλησε ασφαλώς ο Αλκμάν, ο πρώτος χορικός ποιητής που ξέρουμε.[19]

Στο πλαίσιο αυτής της μουσικοποιητικής παράδοσης δεχόμαστε ειδήσεις και για μερικά ακόμη ονόματα, πέραν του Θαλήτα, από συγγραφείς της αυτοκρατορικής περιόδου. Ο Χρυσόθεμις από την πόλη Τάρρα της δυτικής Κρήτης έλαβε μέρος σε ποιητικό διαγωνισμό στους Δελφούς κι επρώτευσε στους ύμνους προς τον Απόλλωνα.[20]  Ο κιθαριστής Αμήτωρ από την Ελεύθερνα λέγεται ότι συνέθεσε πρώτος ερωτικές ωδές.[21]  Ο μουσικός Νυμφαίος από την Κυδωνία εκλήθη κι αυτός, όπως ο Θαλήτας, στην Σπάρτη.[22]  Όλα αυτά τα ονόματα μετεωρίζονται μεταξύ ιστορίας και θρύλου. Τίποτε από το έργο τους δεν έχει σωθεί.

*   *   *

Εν κατακλείδι: Κατά την αρχαϊκή εποχή η μουσική και η ποίηση θα πρέπει να γνώρισαν στην Κρήτη μια κάποια άνθηση. Το μαρτυρεί το γεγονός ότι στο νησί χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά (από τον Θαλήτα) σε καθαρώς προσωπικά λογοτεχνήματα ο ρυθμός που ονομάστηκε            κρητικός (- υ -) και οι παραγόμενοι από αυτόν παιωνικοί ρυθμοί (υ υ υ - και – υ υ υ).[23]  Οι ρυθμοί αυτοί θα πρέπει να ήταν πολύ ζωηροί και ενεργητικοί. Αργότερα αξιοποιήθηκαν από τον Βακχυλίδη αλλά και από κωμικούς και τραγικούς ποιητές.
Στην Κρήτη ανάγεται και η πρωταρχή ενός σύνθετου καλλιτεχνικού είδους, του υπορχήματος, το οποίο ήταν είδος χορικού άσματος, δηλαδή τραγούδι συνοδευμένο από μουσική και χορό. Κατά πάσα πιθανότητα σχετίζονταν με τους ένοπλους χορούς των αρχαίων Κρητών. Ελάχιστα αποσπάσματα σώζονται από υπορχήματα του Πίνδαρου και του Βακχυλίδη.
Την πλούσια όμως αυτή παράδοση των πρώιμων χρόνων οι Κρήτες δεν την ανέπτυξαν περαιτέρω. Η λογοτεχνική και εν γένει η καλλιτεχνική δημιουργία δεν ανανεώνεται, δεν ανοίγει νέους δρόμους σε είδη και μορφές. Αρκείται στην αναπαραγωγή των παλαιών προτύπων, σε ό,τι υπηρετούσε τη συντήρηση της κρητικής κοινωνίας. Η Κρήτη θα μείνει άγευστη της μεγάλης κοσμογονίας που έφεραν οι πρώτοι φιλόσοφοι της Ιωνίας και οι ποιητές του αρχαϊκού λυρισμού. Η στασιμότητα αυτή θα οδηγήσει τη λογοτεχνική της έκφραση, κατά τα επόμενα χρόνια, σε μια χειμερία νάρκη μακράς διαρκείας.


Η μεγάλη σιωπή

Όπως είπαμε κιόλας στις προκαταρκτικές παρατηρήσεις, η Κρήτη, κατά την περίοδο που ο λοιπός ελληνικός πολιτισμός διανύει την ύστερη αρχαϊκή και κλασική του φάση, παρουσιάζει μια μεγάλη εσωστρέφεια. Οι κρητικές πόλεις στρέφονται στην εσωτερική τους οργάνωση εκδηλώνοντας μιαν έντονη νομοθετική δραστηριότητα. Το γεγονός αυτό τις οδηγεί στην αποχή από τις εξελίξεις –οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές, συνεπώς και πολιτισμικές– του μείζονος ελληνικού κόσμου.[24]  Οι γραπτές μαρτυρίες σπανίζουν. Η Κρήτη διακόπτει τις πολιτικές της σχέσεις με την υπόλοιπη Ελλάδα και θέτει εαυτήν σε μια διακριτική απόσταση με αποκορύφωμα την άρνησή της να λάβει μέρος στους Περσικούς Πολέμους.[25] 
Ο συντηρητισμός των Κρητών και η αυστηρή προσήλωσή τους στα πάτρια θέσμια υψώνει φραγμούς στην εισαγωγή των λογοτεχνικών προϊόντων των άλλων Ελλήνων. «Οὐ γὰρ σφόδρα χρώμεθα οἱ Κρῆτες τοῖς ξενικοῖς ποήμασιν», ομολογεί ο Κρητικός Κλεινίας στους Νόμους του Πλάτωνα (680 c), όταν η συζήτηση έρχεται στον Όμηρο.[26]  Η επιφυλακτικότητα προς τα ξενικά ποιήματα, άρα και η περιορισμένη κυκλοφορία τους στο νησί, δεν ευνόησε την ενεργοποίηση εγχώριων λογοτεχνικών δυνάμεων ούτε κατ’ επέκταση τη γονιμοποιό ώσμωση με ρεύματα και τάσεις της λοιπής Ελλάδας. Σε τούτο συνέβαλλε και το εκπαιδευτικό σύστημα της αγελαίας αγωγής των νέων που δεν είχε ως στόχο του την πνευματική τους κατάρτιση αλλά την προπαρασκευή για τη συμμετοχή τους στα κοινά και την πολεμική τους ετοιμότητα.[27] 
Ως αποτέλεσμα της λογοτεχνικής αφλογιστίας από την οποία υποφέρει η Κρήτη παρουσιάζεται το φαινόμενο ότι εκτός από τα αμφίβολα αποσπάσματα του Επιμενίδη, τίποτε δεν μας έχει σωθεί ως την ελληνιστική περίοδο.


Το ποίημα του Υβρία και ο Ύμνος στον Δικταίο Δία.

Τη μεγάλη αυτή σιωπή της αρχαίας κρητικής λυρικής φωνής διαταράσσουν δύο ποιητικά κείμενα αβέβαιης χρονολόγησης που μας σώθηκαν το ένα από την έμμεση παράδοση, το άλλο χαραγμένο πάνω στην πέτρα.

Το ποίημα του Υβρίου του Κρητός παραδίδεται στους Δειπνοσοφιστές του Αθήναιου[28] (περί το 200 μ.Χ.) ως το τελευταίο μιας συλλογής 25 αττικών σκολίων και αποτελούσε το μοναδικό δείγμα κρητικής λυρικής ποίησης ως την ανακάλυψη του Ύμνου των Κουρήτων στο Παλαίκαστρο της Σητείας το 1904.

Ἔστι μοι πλοῦτος μέγας, δόρυ καὶ ξίφος
καὶ τὸ καλὸν λαισήιον, πρόβλημα χρωτός .
τούτωι γὰρ ἀρῶ, τούτωι θερίζω,
τούτωι πατέω τὸν ἁδὺν οἶνον ἀπ' ἀμπέλω,
τούτωι δεσπότας μνοΐας κέκλημαι.

τοὶ δὲ μὴ τολμῶντ' ἔχειν δόρυ καὶ ξίφος
καὶ τὸ καλὸν λαισήιον, πρόβλημα χρωτός,
πάντες γόνυ πεπτηῶτες ἐμὸν κυνέοντι δεσπόταν
καὶ μέγαν βασιλῆα φωνέοντες.[29]

Και στην πολύ επιτυχημένη ελεύθερη μετάφραση από τον Στέφανο Ξανθουδίδη[30]:

Μεγάλο πλούτος το σπαθί έχω και το κοντάρι
και του κορμιού το σκέπασμα το όμορφο σκουτάρι.
Μ’ αυτά μ’ οργώνουνε τη γης οι δούλοι και θερίζουν,
και το γλυκό κρασί πατούν κι αφέντην με γνωρίζουν.

Όποιοι δεν έχουνε σπαθί κι ένα γερό κοντάρι,
και του κορμιού των φύλακα ένα καλό σκουτάρι,
πέφτουνε και με προσκυνούν κι αφέντη με φωνάζουν,
και Μέγα Βασιλέα τους γονατιστοί με κράζουν.

Το ποίημα εγείρει πολλά ερωτήματα και έχει προκαλέσει πολλές διχογνωμίες μεταξύ των ερευνητών. Το όνομα του ποιητή (παρατίθεται σε γενική πτώση: Ὑβρίου τοῦ Κρητὸς) δεν αναφέρεται σε καμία άλλη πηγή, η χρονολογία συγγραφής του είναι αβέβαιη, ενώ η συμπερίληψή του στη σειρά των αττικών σκολίων για την οποία και ο ίδιος ο Αθήναιος εκφράζει επιφύλαξη,[31] δεν ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο και το ύφος του ποιήματος.[32]   
Εφόσον δεν γνωρίζουμε τα σκηνικά συμφραζόμενα της εκτέλεσης του άσματος και δεν διαθέτουμε παράλληλα δείγματα στην ελληνική γραμματεία, είναι επισφαλές να αποφανθεί κανείς με βεβαιότητα για το ακριβές είδος του και τη λειτουργία του. Το πιθανότερο είναι να πρόκειται για ἐμβατήριον, για ενόπλιο μέλος, ένα πολεμικής ατμόσφαιρας άσμα. Αυτό το οποίο μπορούμε να πούμε εδώ με ασφάλεια είναι ότι, ακόμη κι αν το ποίημα είναι μεταγενέστερης εποχής (ίσως και της ελληνιστικής), αποτυπώνει με πολύ χαρακτηριστικό τρόπο τις διαχρονικές αξίες, τα ιδανικά και τη γενικότερη νοοτροπία της δωρικής κοινωνίας της Κρήτης. μιας κοινωνίας αριστοκρατικής, της οποίας τα μέλη απαλλαγμένα από βιοποριστικές μέριμνες δίνουν ιδιαίτερο βάρος στη δύναμη των όπλων και αφιερώνονται στην πολεμική εξάσκηση και την πολεμική προετοιμασία.

Το άλλο μείζον, καθαρώς κρητικό, ποίημα, ο Ύμνος των Κουρήτων, βρέθηκε χαραγμένο πάνω σε αμφίγραφη λίθινη στήλη κατά τις ανασκαφές της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής στο ιερό του Δικταίου Δία στο Παλαίκαστρο.[33] Ο επιγραφοποιός, καθώς χάρασσε το κείμενο στη μία πλευρά της πέτρας, έκανε τόσο πολλά λάθη, ώστε υποχρεώθηκε από τους υπεύθυνους του ιερού να τον ξαναγράψει από την αρχή στην πίσω πλευρά.

Ἰώ, μέγιστε Κοῦρε, χαῖρέ μοι,
Κρόνιε, παγκρατὲς γάνους,
βέβακες
δαιμόνων ἁγώμενος .

Δίκταν ἐς ένιαυτὸν ἕρ-

   πε καὶ γέγαθι μολπᾷ,

Τάν τοι κρέκομεν πακτίσι

μείξαντες ἅμ' αὐλοῖσιν,
καὶ στάντες ἀείδομεν τεὸν
ἀμφὶ βωμὸν εὐερκῆ.
Ἰώ, μέγιστε Κοῦρε, χαῖρέ μοι,
κ.τ.λ.

Ἔνθα γὰρ σέ, παῖδ' ἄμβροτον,
ἀσπιδ[ηφόροι τροφῆες]
παρ' Ῥέας λαβόντες πόδα’
κ[ρούοντες ἀπέκρυψαν].
Ἰώ, μέγιστε Κοῦρε, χαῖρέ μοι,
κ.τ.λ.

.     .     .     .     .
.     .     .     .     . 
.     .     .     .     . 
.     .     .   τᾶ]ς καλᾶς Ἀο(ῦ)ς
Ἰώ, μέγιστε Κοῦρε, χαῖρέ μοι,
κ.τ.λ.

[Ὧραι δὲ βρ]ύον κατῆτος
καὶ βροτο(ὺ)ς Δίκα κατῆχε
[πάντα τ' ἄγρι' ἄμφεπ]ε ζῷ’
ἁ φίλολβος Εἰρήνα.
Ἰώ, μέγιστε Κοῦρε, χαῖρέ μοι,
κ.τ.λ.

Ἇ[μιν θόρε, κἐς στα]μνία,
καὶ θόρ' εὔποκ' ἐ[ς ποίμνια,
κἐς λήϊ]α καρπῶν θόρε,
κἐς τελεσ[φόρους σίμβλους].
Ἰώ, μέγιστε Κοῦρε, χαῖρέ μοι,
κ.τ.λ.

 [Θόρε κἐς] πόληας ἁμῶν,
κἐς ποντοφόρο(υ)ς νᾶας,
θόρε κἐς ν[έους πολ]είτας,
θόρε κἐς Θέμιν κ[αλάν].
Ἰώ, μέγιστε Κοῦρε, χαῖρέ μοι,
κ.τ.λ.


Και σε μετάφραση[34]:

Χαίρε, μεγάλε γιε
Του Κρόνου, υπέρλαμπρε, παντοδύναμε.
Έρχεσαι
Οδηγώντας τους Κουρήτες
Στη Δίκτη κάθε χρόνο
Και τέρπεσαι με το τραγούδι.

Σου αναπέμπομε ύμνους
Με άρπες και αυλούς
Και ψάλλομε όρθιοι
Γύρω από τον βωμό Σου.
Χαίρε, μεγάλε γιε
 κ.τ.λ.

Γιατί σ’ αυτόν τον τόπο, θεϊκό βρέφος,
Οι ασπιδοφόροι ανατροφείς Σου οι Κουρήτες
Σε πήραν από την Ρέα
Και Σ’ έκρυψαν χτυπώντας τα πόδια τους.
Χαίρε, μεγάλε γιε
 κ.τ.λ.

…………………
…………………
…………………
Και Συ δημιούργησες την καλήν Ημέρα.
Χαίρε, μεγάλε γιε
 κ.τ.λ.

Οι κόρες Σου οι Ώρες φέρνουν
Κάθε χρόνο αφθονία. Και στους ανθρώπους
Βασιλεύει η δικαιοσύνη και όλη την πλάση
Διαφεντεύει η πλουτοφόρα ειρήνη.
Χαίρε, μεγάλε γιε
κ.τ.λ.

Διαφύλαξε τις οικογενειακές εστίες μας
Προστάτεψε τα καλόμαλλα κοπάδια μας
Και εξαπόστειλε στα σπαρτά και
στα δένδρα μας
Εύκρατους ανέμους.
Χαίρε, μεγάλε γιε
 κ.τ.λ.

Σκέπε με την αιγίδα Σου τις πόλεις μας
Και τα ποντοπόρα πλοία μας
Επίβλεψε τα παλικάρια μας
Και προστάτεψε τις ένδοξες Αρχές μας.
Χαίρε, μεγάλε γιε
 κ.τ.λ.

Ο Ύμνος στον Δία, έργο ανώνυμου Κρητικού ποιητή, αποτελείται από 6 στροφές. Ξεκινά με την επίκληση στον Θεό  Ἰώ, μέγιστε Κοῦρε κ.τ.λ., η οποία επαναλαμβάνεται ως επωδός (refrain) μετά από καθεμιά στροφή. Η χάραξη της επιγραφής με βάση παλαιογραφικά κριτήρια χρονολογείται στη ρωμαϊκή περίοδο (2/3ος αι. μ.Χ.). Ωστόσο το ποίημα είναι ασφαλώς πολύ παλαιότερο. Η γλώσσα του κειμένου, μια ποιητική Κοινή δωρικής απόχρωσης, χωρίς αρχαϊσμούς, υποδεικνύει χρονολόγηση μετά το 400 π.X.
Ο Ύμνος ψαλλόταν  γύρω από τον βωμό του Δικταίου Διός κατά την ετήσια εορτή του Θεού από μια ομάδα ορχουμένων νέων κατά μίμηση των Κουρήτων, οι οποίοι είχαν σώσει το θείο βρέφος από τον παιδοκτόνο Κρόνο. Ο Ζευς καλείται να παρουσιαστεί για να καρποφορήσουν οι αγροί και να γονιμοποιηθούν οι αγέλες των προβάτων, να διαφυλαχθεί η οικογενειακή γαλήνη και να προστατευθεί η πολιτική ευταξία.
Η ποιητική δύναμη του Ύμνου δεν είναι αμελητέα. ενισχύεται δε με την υποβλητική πολλαπλή επανάληψη της επίκλησης στον Δία. Πέραν όμως της λογοτεχνικής της αξίας, η έμμετρη επιγραφή παρουσιάζει μεγάλη σημασία και για τη μελέτη της θρησκείας και τελετουργίας στην αρχαία Κρήτη και ιδιαιτέρως για την εξέλιξη της λατρείας του Κρηταγενούς Δία, στον οποίο φαίνεται να συνυπάρχουν τόσο επιβιώσεις του μινωικού νεαρού θεού της βλάστησης, που αναγεννάται κάθε χρόνο, όσο και τα χαρακτηριστικά του ολύμπιου Έλληνα Δία ως τηρητή της παγκόσμιας τάξης.[35]  Η υπόθεση που διατυπώνεται, ότι η εκτέλεση του Ύμνου συνόδευε την  ετήσια τελετουργία μύησης των Κρητικών εφήβων, φαίνεται πιθανή. Στις τελετές αυτές, που λάμβαναν χώρα κάθε άνοιξη, οι νέοι εγκατέλειπαν την εφηβική ζωή, έπαιρναν την ενδυμασία του πολίτη και τα όπλα τους, και ορκίζονταν ενώπιον των θεών υπακοή στους νόμους και πίστη στις διακρατικές συνθήκες.[36] 



ΕΛΛΗΝΙΣΤΙΚΗ  ΠΕΡΙΟΔΟΣ


Από τον 4ο ήδη αιώνα η κατάσταση φαίνεται να αλλάζει. Το έλλειμμα φιλολογικών μαρτυριών για την Κρήτη αρχίζει να αμβλύνεται. Οι πολιτειολογικοί προβληματισμοί του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, και οι εθνογραφικές αναζητήσεις του Εφόρου στρέφονται προς τη διερεύνηση των πολιτικών και κοινωνικών θεσμών που επικρατούν στο νησί.[37]  Με τις κατακτήσεις του Αλεξάνδρου και την εγκαθίδρυση των ελληνιστικών βασιλείων η στρατηγική θέση της Κρήτης στην ανατολική Μεσόγειο αποκτά μεγαλύτερη σημασία.[38] Το ενδιαφέρον των ελληνικών πόλεων γι’ αυτήν αυξάνεται, οι εμπορικές σχέσεις διευρύνονται, ενώ ένα μεγάλο μέρος του ενεργού ανδρικού πληθυσμού της καταφεύγει στην πειρατική και μισθοφορική δράση.[39] Παρ’ όλη όμως αυτήν την κινητικότητα, οι συντηρητικές δομές της κρητικής κοινωνίας διατηρούνται, η οικονομία παραμένει κατά βάση αγροτική, η έλλειψη ζωτικού χώρου εντείνεται, ο τοπικισμός των κρητικών πόλεων διογκώνεται και οι εμφύλιες διενέξεις ανάμεσά τους δεν έχουν τέλος.[40] Για τους λόγους αυτούς η Κρήτη δεν μπόρεσε να αναδειχθεί σε μεγάλη πολιτική δύναμη του ελληνιστικού κόσμου ούτε να παίξει ένα σημαντικό ρόλο στο νέο διεθνές περιβάλλον της μετα-αλεξανδρινής εποχής.
Σε κάθε περίπτωση όμως η Κρήτη και ο πολιτισμός της αποτελούν μέρος του νέου κόσμου που αναδύεται. Το μεγαλύτερο δε μέρος της λογοτεχνικής της παραγωγής εντάσσεται στο κοσμοπολιτικό πνεύμα της περιόδου.


Ριανός ο Κρής


Το πιο γνωστό όνομα της περιόδου είναι ο ποιητής και λόγιος Ριανός (2ο μισό του 3ου αιώνα). Σύμφωνα με το λεξικό της Σούδας, τόπος καταγωγής του ήταν η Βήνη (κοινότητα εξαρτημένη στη Γόρτυνα) ή η Κεραία (πόλη της δυτικής Κρήτης). Με βάση όμως νεότερη επιστημονική έρευνα μάλλον κατάγεται από τη Λεβήνη (ή Λεβήνα), το επίνειο της Γόρτυνας.[41] Από το ίδιο λήμμα της Σούδας πληροφορούμαστε ότι ήταν πρώην δούλος, ο οποίος σπούδασε και έγινε γραμματικός. πιθανότατα εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια, τη φιλολογική μητρόπολη της εποχής.[42]
Ως φιλόλογος, ο Ριανός επιδόθηκε στη μελέτη του ομηρικού κειμένου και δημοσίευσε έκδοση της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Στα σωζόμενα ομηρικά σχόλια παραδίδονται με το όνομά του περισσότερες από σαράντα γραφές. Ορισμένες μάλιστα πρωτότυπες κριτικές του προτάσεις ενισχύθηκαν τα νεότερα χρόνια από την εύρεση παπύρων και επιγραφών.[43]
Ως ποιητής, υπήρξε κατ’ εξοχήν επικός. Συνέθεσε μακροσκελές μυθολογικό ποίημα για τους άθλους του Ηρακλή υπό τον τίτλο Ἡράκλεια Ἡρακλειάς), που είχε ομοιότητες με τα Αργοναυτικά του Απολλωνίου του Ροδίου, καθώς και τέσσερα επικά ποιήματα με σημείο αναφοράς ισάριθμες περιοχές της ηπειρωτικής Ελλάδας, Αχαϊκά, Ηλιακά, Μεσσηνιακά και Θεσσαλικά, στα οποία αξιοποιούσε μυθολογικό και ιστορικό υλικό.[44] Κάτι περισσότερο ξέρουμε για τα Μεσσηνιακά του, μιας και από το έργο αυτό άντλησε ο Παυσανίας στο 4ο βιβλίο της Περιηγήσεώς του, που φέρει τον ίδιο τίτλο. Θα πρέπει να θύμιζε την Ιλιάδα, καθώς η δράση του βασικού ήρωα Αριστομένη κατά τον Β΄ Μεσσηνιακό Πόλεμο συγκρίνεται με εκείνη του Αχιλλέα στον Τρωικό.[45] Έγραψε επίσης ένα αγνώστου περιεχομένου και έκτασης επικό ποίημα με τον τίτλο Φήμη. Από την ογκώδη αυτή παραγωγή του ποιητή σώθηκαν λίγοι μόνον στίχοι και μερικά τοπωνύμια που συνελέγησαν στο γεωγραφικό λεξικό του Στέφανου του Βυζάντιου.[46]
Απ’ ό,τι έχει σωθεί ξεχωρίζει ένα σύνολο 21 εξάμετρων στίχων, που παραθέτει ο Στοβαίος (3.4.33) στο κεφάλαιο Περὶ ἀφροσύνης της Ανθολογίας του και έχει ως θέμα την ανθρώπινη αλαζονεία:

Ἦ ἄρα δὴ μάλα ἁμαρτίνοοι πελόμεσθα
ἄνθρωποι, φέρομεν δὲ θεῶν ἑτερόρροπα δῶρα
ἀφραδέϊ κραδίῃ. βιότοιο μὲν ὅς κ' ἐπιδευὴς
στρωφᾶται, μακάρεσσιν ἔπι ψόγον αἰνὸν ἰάπτει
ἀχνύμενος, σφετέρην δ' ἀρετὴν καὶ θυμὸν ἀτίζει,
οὐδέ τι θαρσαλέος νοέειν ἔπος οὐδέ τι ῥέξαι,
ἐρριγὼς ὅθι τ' ἄνδρες ἐχεκτέανοι παρέωσιν,
καί οἱ θυμὸν ἔδουσι κατηφείη καὶ ὀϊζύς.
Ὃς δέ κεν εὐοχθῇσι, θεὸς δ' ἐπὶ ὄλβον ὀπάζῃ
καὶ πολυκοιρανίην, ἐπιλήθεται οὕνεκα γαῖαν
ποσσὶν ἐπιστείβει θνητοὶ δέ οἱ εἰσὶ τοκῆες,
ἀλλ' ὑπεροπλίῃ καὶ ἁμαρτωλῇσι νόοιο
ἶσα Διὶ βρομέει, κεφαλὴν δ' ὑπέραυχον ἀνίσχει,
καίπερ ἐὼν ὀλίγος, μνᾶται δ' εὔπηχυν Ἀθήνην,
ἠέ τιν' ἀτραπιτὸν τεκμαίρεται Οὔλυμπόνδε,
ὥς κε μετ' ἀθανάτοισιν ἀρίθμιος εἰλαπινάζῃ.
Ἡ δ' Ἄτη ἁπαλοῖσι μετατρωχῶσα πόδεσσιν
ἄκρῃς ἐν κεφαλῇσιν ἀνώϊστος καὶ ἄφαντος
ἄλλοτε μὲν γραίῃσι νεωτέρη, ἄλλοτε δ' αὖτε
ὁπλοτέρῃσι γρηῦς ἐφίσταται ἀμπλακίῃσιν,
Ζηνὶ θεῶν κρείοντι Δίκῃ τ' ἐπίηρα φέρουσα.[47]

Και σε μετάφραση του Μίνωος Κοκολάκη[48]:

Λοιπόν, αλήθεια, οι άνθρωποι έχουμε νου που σφάλλει
κι αλόγιστα κρατούμε των θεών τ’ άστατα δώρα:
όποιος γυρίζει δίχως βιος εδώθε κείθε, πίκρα
γεμάτος στους μακάριους βαρειές ρίχνει βλαστήμιες
και την αξία του αψηφά και τη δική του ανδρεία.
δεν έχει  θάρρος να μιλεί μηδέ  κάτι να πράξει,
τρεμούλα νιώθει σα βρεθεί με πλούσιους κτηματίες
και την καρδιά η βαρυθυμιά τού τρώει κι η μιζέρια.
Και κείνος που καλοπερνά και πλούτη ο θεός τού δίνει
κι ηγεμονία πολύ τρανή, ξεχνά πως με τα πόδια
πάνω στο χώμα περπατεί κι από θνητούς βαστάει .
απ’ το περίσσιο ξύπασμα και τη στραβή του σκέψη
βροντά σα Δίας, ο μικρός, κι αγέρωχο στυλώνει
το κεφάλι .  την Αθηνά με τα πανώρια χέρια
νύφη του παίρνει και τηρά του Ολύμπου μονοπάτι
να βρει, με τους αθάνατους μαζί να ξεφαντώσει.
Ωστόσο ελαφροπάτητη ξοπίσω τους η Άτη
απρόσμενη κι αθώρητη, απ’ τα κεφάλια πάνω
διαβαίνοντας είτε σα ναι κοπέλλα γερασμένες
φτάνει τις αμαρτίες ή, γερόντισσα, τις νέες,
κάνοντας χάρη στο μεγάλο Δία και στη Δίκη.   

Δεν είναι βέβαιο εάν οι στίχοι αυτοί συγκροτούν ένα αυτοτελές ποίημα ή, όπως φαίνεται πιθανότερο, είναι το ηθικολογικό επιμύθιο σε μια διήγηση που προηγείται. Είναι φανερά τα δάνεια από τον Όμηρο (που, όπως είπαμε, ο Ριανός τον ήξερε καλά) και τον Ησίοδο στο λεξιλόγιο, στις μεταφορές και στην αλληγορία της Άτης. Επίσης, η πλούσια ηθικολογία του θυμίζει τη γνωμολογική ποίηση του Θέογνη.[49]
Ο Ριανός διακρίθηκε και στην επιγραμματική ποίηση, όπου στάθηκε περισσότερο τυχερός. Δέκα επιγράμματά του σώζονται στην Παλατινή Ανθολογία και  ένα ακόμη παραδίδει ο Αθήναιος στους Δειπνοσοφιστές του (11.499 d). Τα έξι από αυτά είναι ερωτικά και μάλιστα αποκλειστικώς παιδεραστικά (είχαν συμπεριληφθεί προηγουμένως στη Μοῦσα Παιδικὴ του Στράτωνος), τρία είναι αναθηματικά, ένα σκωπτικό κι ένα ανήκει στον τύπο των επιτυμβίων.[50]
Ο ποιητής είναι καλά μορφωμένος, τωόντι ένας poeta doctus. Θα λέγαμε ότι εκπληρώνει το ιδεώδες του διανοουμένου της ελληνιστικής εποχής, δηλαδή του ποιητοῦ ἅμα καὶ κριτικοῦ. Δεξιώνεται με επιτυχία παλαιά λογοτεχνικά μοτίβα, οι απαρχές των οποίων ανάγονται στον Όμηρο και στους λυρικούς της αρχαϊκής εποχής. Επίσης φανερές είναι οι επιδράσεις του από την πρώτη γενιά των μεγάλων ελληνιστικών ποιητών, κυρίως από τον Καλλίμαχο. Ο ποιητής δεν ξεχωρίζει μεν για τη δημιουργική του έμπνευση, προσλαμβάνει όμως και αξιοποιεί το λογοτεχνικό παρελθόν, αναπλάθει το ιστορικό και μυθολογικό υλικό από πεζά και ποιητικά έργα και διακρίνεται για την τεχνική επεξεργασία του στίχου, το επιτηδευμένο λεξιλόγιο και το περίτεχνο ύφος του.
Ο Ριανός κέρδισε ένα καλό όνομα ανάμεσα στους ελληνιστικούς ποιητές. Το ότι τον συμπεριλαμβάνουμε στους εκπροσώπους της αρχαίας κρητικής λογοτεχνίας οφείλεται μόνο στην καταγωγή του. Τίποτε το ιδιαιτέρως «κρητικό» δεν υπάρχει στην ποίησή του. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ τα λογοτεχνικά μοτίβα και οι μύθοι που σχετίζονται με την Κρήτη βρίσκουν μια αναλογικά υψηλή θέση στη θεματολογία άλλων ποιητών της περιόδου –καλό παράδειγμα ο Καλλίμαχος ο Κυρηναίος[51]–, απουσιάζουν παντελώς από το ρεπερτόριο του Ριανού. Ο ποιητής μας φαίνεται ότι μπαίνει στο μεγάλο λογοτεχνικό χωνευτήρι της κοσμοπολίτικης και πολυεθνικής Αλεξάνδρειας.


Τα  κρητικά επιγράμματα


Εκεί που πραγματικά μπορούμε να αφουγκραστούμε ιθαγενή κρητική ποιητική φωνή κατά την περίοδο αυτή είναι τα επιγράμματα που έχουν βρεθεί χαραγμένα στο νησί. Πρόκειται για αυθεντικές έμμετρες επιγραφές, επί το πλείστον επιτύμβιες, συνθεμένες από ανώνυμους στιχουργούς, που χρονολογούνται από τον 3ο αιώνα π.Χ. ως τα τέλη της ύστερης αρχαιότητας. οι περισσότερες, ωστόσο, ανήκουν στη μέση και ύστερη ελληνιστική περίοδο.[52]  Τα επιγράμματα αυτά παρουσιάζουν τα συνήθη χαρακτηριστικά της ανώνυμης λαϊκής ποίησης. Ο επιχώριος ερασιτέχνης επιγραμματοποιός είναι συχνά αδέξιος και άτεχνος. τα μετρικά σφάλματα δεν απουσιάζουν. Πολλές φορές ο συντάκτης τους καταφεύγει σε στερεότυπες φόρμουλες και λογοτεχνικούς τόπους που άντλησε από παλαιότερους ποιητές ή είδε στις επιγραφές άλλων τάφων. Έτσι και ίδιος διευκολύνεται στη σύνθεση του ποιήματος και στις ανάγκες του μέτρου, και η παράδοση συνεχίζεται. Παρ’ όλα αυτά όμως δεν είναι λίγες οι φορές που στα στιχουργήματα αυτά αναγνωρίζουμε πράγματι μια έκφραση γνήσια προσωπικού λυρισμού, ένα βάθος ευαισθησίας και ένα πλούσιο συναισθηματικό φορτίο. Συνολική αποτίμηση των επιγραμμάτων αυτών δεν μπορεί να γίνει. η λογοτεχνική τους αξία κυμαίνεται κατά περίπτωση.
Το αξιοσημείωτο στην περίπτωση των ανώνυμων Κρητικών επιγραμματοποιών είναι ότι το θεματολογικό υλικό από το οποίο αρδεύουν, δεν εξαντλείται στα κοινά μοτίβα που εμφανίζονται στην επιτύμβια επιγραμματική ποίηση του λοιπού ελληνόφωνου κόσμου αλλά αξιοποιεί τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κρητικού βίου και την πλούσια μυθολογική παράδοση του τόπου. Έτσι δίπλα στη θλίψη για την αμετάκλητη απώλεια του αγαπημένου προσώπου και τον ιδιαίτερο πόνο που εκφράζουν για τον άωρο θάνατο,[53] τα κρητικά επιτύμβια ξεχωρίζουν από την κυρίαρχη θέση που αφιερώνουν στο κυνήγι ως αγαπημένου στίβου διάκρισης του νεκρού, από την προβολή των προγονικών αριστοκρατικών αρετών και την επίκληση μυθικών μορφών της Κρήτης (Μίνωα, Ιδομενέα, Μηριόνη) ως αφετηρίας μιας αδιάσπαστης ηρωικής παράδοσης. Το γεγονός αυτό τους προσδίδει ένα ιδιαίτερο τοπικό άρωμα και μια πινελιά πρωτοτυπίας.
Στη συντηρητική κοινωνία της Κρήτης διατηρούνται και κατά την ελληνιστική εποχή το αρχαίο θεσμικό πλαίσιο και τα παλαιά ιδανικά. Οι επιτύμβιες αυτές επιγραφές αποτυπώνουν με ενάργεια την περιρρέουσα ιδεολογική ατμόσφαιρα της περιόδου: έμφαση στο αυστηρό εκπαιδευτικό σύστημα, προβολή της πολεμικής αρετής και της προγονικής δόξας, αίσθηση ότι ο πολίτης διατηρεί        ζωντανούς τους δεσμούς του με το ιστορικό παρελθόν της πατρίδας του και θεωρεί τις δικές του γενναίες πράξεις σαν κρίκο στη συνέχεια της ηρωικής παράδοσης της πόλης του.
Το γεγονός ότι επιτύμβιες έμμετρες επιγραφές έχουν βρεθεί διάσπαρτες στο νησί από την Πολυρρηνία της δυτικής Κρήτης ως την  Ίτανο, το ακρότατο ανατολικό όριο, δείχνει ότι υπήρχε μια γενικευμένη καλλιέργεια του ποιητικού αυτού είδους κατά την ελληνιστική περίοδο. Τα κρητικά αυτά επιγράμματα αποτελούν ένα χαρακτηριστικό δείγμα προϊόντος της λαϊκής κουλτούρας έναντι της «υψηλής τέχνης» των λογίων ποιητών της αλεξανδρινής εποχής.


Ελάσσονες ποιητές


Πέραν όσων αναφέραμε παραπάνω για τους ανώνυμους Κρήτες επιγραμματοποιούς, υπάρχουν κάποιες, ελάχιστες, μαρτυρίες, ουσιαστικά μόνον ονόματα, για επώνυμους ποιητές της περιόδου αυτής. Ένας Πτολεμαίος από την Πολυρρηνία (2ος αι.) έγραψε αρεταλογίες, επαινετικούς δηλαδή ύμνους, για τη θεά  Ίσιδα[54] και ένας Ιοφών από την Κνωσό εξηγούσε χρησμούς σε εξάμετρους στίχους στο Αμφιαράειο του Ωρωπού.[55]
Ο Κρητικός Δρύτων ήταν αξιωματικός του ιππικού στο βασίλειο των Πτολεμαίων (στα μέσα του 2ου αι.). Στους παπύρους που βρέθηκαν στο αρχείο του υπάρχει ένα ερωτικό ποίημα με θέμα την εγκαταλελειμμένη φιλενάδα, που μάλλον έγραψε ο ίδιος.[56]
Στην Παλατινή Ανθολογία (15.26) ένα από τα λεγόμενα τεχνοπαίγνια παραδίδεται με το όνομα ενός Δωσιάδα. Πρόκειται για ένα στιχούργημα, του οποίου η γραπτή αποτύπωση δημιουργεί το σχήμα ενός βωμού. Το γεγονός ότι το όνομα Δωσιάδας μαρτυρείται αποκλειστικά σχεδόν στην Κρήτη σε συνδυασμό με το περιεχόμενο του ποιήματος, το οποίο σχετίζεται με το νησί (αναφέρεται στον θάνατο του Τάλω), κάνουν πολύ πιθανή την κρητική καταγωγή του. Η ταύτιση όμως του ποιητή Δωσιάδα με τον ομώνυμο ιστοριογράφο, για τον οποίο κάνουμε λόγο παρακάτω, παραμένει αβέβαιη.[57]
*     *     *

Διαφαίνεται πάντως ότι η πνευματική ατμόσφαιρα κατά την ελληνιστική εποχή διαφοροποιείται σε σχέση με το παρελθόν. Η ποίηση αρχίζει να παίζει ένα ενεργότερο ρόλο στη ζωή της κρητικής κοινωνίας. Τούτο πιστοποιείται και από το γεγονός ότι οι κρητικές πόλεις εντάσσουν στο πρόγραμμα των επίσημων εκδηλώσεών τους παρουσιάσεις ποιητικών έργων. Δέχονται δε και επιδαψιλεύουν τιμές σε ξένους ποιητές που παρεπιδημούν στο νησί. Ο Μενεκλής, κιθαριστής από την Τέω της Ιωνίας, πρεσβευτής της πατρίδας του σε διάφορες πόλεις της Κρήτης (γύρω στο 170 π.Χ.) παρουσίασε με την κιθάρα του στην Κνωσό και στην Πρίανσο (όπως προκύπτει από σχετικά τιμητικά ψηφίσματα) όχι μόνο έργα παλαιών κρητικών ποιητών αλλά και δικό του ποιητικό κύκλο με θέματα από το μυθολογικό και ηρωικό παρελθόν του νησιού.[58] Οι Κνώσιοι, εξ άλλου (περί τα τέλη του 2ου αι. π.Χ.), τιμούν τον επικό και μελικό ποιητή Μυρίνο από την Αμισό του Πόντου, ο οποίος διοργάνωσε ποιητικές ακροάσεις εκτελώντας εγκώμιο προς τιμήν της Κρήτης. Το ποιητικό αυτό εγκώμιο είχε συνθέσει ο δάσκαλός του, ο γραμματικός Διοσκουρίδης από την Ταρσό, και ήταν ένα είδος ομηροκέντρωνα, συρραφή δηλαδή όλων των ομηρικών στίχων στους οποίους γινόταν κάποια επαινετική αναφορά στην Κρήτη.[59]


Κρήτες ιστοριογράφοι

Η ιστοριογραφία αποτελεί το κατ’ εξοχήν πεδίο στο οποίο διοχετεύθηκε η πεζογραφική ροπή των Κρητών στους ελληνιστικούς χρόνους. Το φαινόμενο εντάσσεται στην εκπληκτική άνθηση του είδους σε ολόκληρο τον ελληνιστικό κόσμο που φτάνει στα όρια του φιλολογικού συρμού. Πάνω από 600 ονόματα ιστοριογράφων μαρτυρούνται κατά την περίοδο αυτή!  Σ’ ένα νέο διεθνές σύστημα, όπου κυριαρχούν ο κοσμοπολιτισμός και οι μεγάλες συγκεντρωτικές μοναρχίες, οι πόλεις στρέφονται στην αναδίφηση του ιστορικού παρελθόντος στην προσπάθειά τους να διατηρήσουν τη συλλογική μνήμη και να προβάλουν την ιδιαιτερότητά τους.[60]
Από τους τοπικούς Κρήτες ιστοριογράφους μάς σώζονται μόνο ονόματα και ελάχιστα αποσπάσματα. Αναφέρονται ο Δωσιάδας από την Κυδωνία, που φαίνεται να είναι ο αρχαιότερος όλων (300-250 π.Χ.), ο Εχεμένης, ο Ξενίων, ο Λαοσθενίδας, ο Πετελλίδας από την Κνωσό, ο Πυργίων, ο Αντήνωρ και ο Σωσικράτης που δεν είναι βέβαιο ότι είναι Κρητικός. Θρησκευτικά και μυθολογικά θέματα, τοπικά ήθη και κοινωνικοί θεσμοί, τοπογραφία και ιστορική γεωγραφία του νησιού πληρούν τη δεξαμενή από την οποία αντλούν οι Κρητογράφοι της ελληνιστικής εποχής. Η ενασχόληση με το παρελθόν και το αρχαιοδιφικό ενδιαφέρον παραγκωνίζουν την σύγχρονη ιστορία.
Ο Δωσιάδας και ο Εχεμένης εξετάζουν τους κοινωνικούς θεσμούς. Από τον πρώτο σώζεται μια λεπτομερής περιγραφή των συσσιτίων, ενώ ο δεύτερος προσπαθεί να αιτιολογήσει την ιδιαίτερη εθιμοτυπία που συνοδεύει την παιδεραστία στη δωρική Κρήτη αποδίδοντας την αρπαγή του Γανυμήδη  στον Μίνωα (και όχι στον Δία). Ο Ξενίων συγγράφει έργο περιηγητικής φύσεως, συντάσσει κατάλογο των εκατό πόλεων και εξετάζει τοπωνύμια του νησιού. Ο Αντήνωρ καταγράφει λαϊκές δοξασίες, παραδόσεις και τοπικές ιστορίες. Ο Πετελλίδας ασχολείται με μυθολογικά ζητήματα και μνημονεύεται από τον Υγίνο (Astr. 2.4). Ο Πυργίων γράφει Κρητικά νόμιμα, απ’ όπου λαμβάνουμε πληροφορίες για τα συσσίτια. Για τον Λαοσθενίδα, το μόνο που ξέρουμε είναι ότι χρησίμευσε ως πηγή στον Διόδωρο τον Σικελιώτη (5.80.4). Τέλος, ο Σωσικράτης ιστορεί επίσης τα κρητικά θέσμια αλλά και συγγράφει βιογραφίες φιλοσόφων.[61]
Στο πλήθος αυτό των ονομάτων θα μπορούσαν να προστεθούν μερικά ακόμη μη Κρητικών ιστοριογράφων που συγγράφουν όμως για κρητικά θέματα έτσι ώστε να ολοκληρωθεί η επισκόπηση των ελληνιστικών κρητογράφων: Ένας Δείναρχος,[62] αβέβαιης καταγωγής, ασχολείται με τη μυθολογία της Κρήτης και ο Μενεκλής από την Τέω,[63] όπως είδαμε παραπάνω, εκθέτει τοπικές ιστορίες και μύθους. Μια θέση μπορεί να έχει εδώ και ο γραμματικός και ιστοριοδίφης Ίστρος,[64] μαθητής του Καλλίμαχου του Κυρηναίου, μιας και η Κρήτη αποτελεί μέρος των πολυποίκιλων ενδιαφερόντων του. Στην πλουσιότατη εργογραφία του περιλαμβάνεται και Συναγωγὴ τῶν κρητικῶν θυσιῶν.
Στα έργα αυτά εμφιλοχωρούν όλα τα γενικά χαρακτηριστικά της ελληνιστικής ιστοριογραφίας: υπερβολές, παραδοξολογίες, σύγχυση μύθου και ιστορίας, θρησκευτική έξαψη, επιστράτευση αιτιολογικών μύθων, τοπικιστικό πνεύμα. Με συγκατάβαση διαβάζουμε το σχόλιο του Διόδωρου του Σικελιώτη (5.80.4), που έχει γίνει το αγαπημένο μότο πολλών σύγχρονων κρητολόγων: Ἐπεὶ δὲ τῶν τὰ Κρητικὰ γεγραφότων οἱ πλεῖστοι διαφωνοῦσι πρὸς ἀλλήλους, οὐ χρὴ θαυμάζειν ἐὰν μὴ πᾶσιν ὁμολογούμενα λέγωμεν. Οι συγγραφείς αυτοί δεν αποσκοπούν τόσο στο να είναι ακριβολόγοι όσο στο να είναι ευκολοδιάβαστοι. Σ’ αυτούς οφείλεται εν πολλοίς η εικόνα της Κρήτης ως ενός μυστηριώδους αλλά και ιερού τόπου, όπου και τα πιο παράδοξα ήθη έχουν θεϊκή προέλευση. Ωστόσο, δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε την ακρίβεια με την οποία γράφουν μερικοί απ’ αυτούς, όπως ο Δωσιάδας και ο Σωσικράτης, σχετικά με θεσμούς της δωρικής Κρήτης, και ο Ξενίων σχετικά με ζητήματα ιστορικής γεωγραφίας.
Στους συγγραφείς της περιόδου ανήκει και ο Νέαρχος,[65] γιος του Κρητικού Ανδρότιμου, στρατηγός και φίλος του Μ. Αλεξάνδρου. Συνέγραψε τον Παράπλου τῆς Ἰνδικῆς, τη ναυτική δηλαδή επιχείρηση από τις εκβολές του Ινδού ως τον Περσικό κόλπο. Το έργο είναι πλούσιο σε γεωγραφικές, εθνογραφικές, ζωολογικές και βοτανολογικές παρατηρήσεις, τις οποίες ο Νέαρχος κατέγραφε στο ημερολόγιό του ύστερα από εντολή του Αλεξάνδρου. Ό,τι ξέρουμε για το έργο του είναι μέσα από τον Αρριανό και τον Στράβωνα. 


Οι έμμετρες επιγραφές στα διονυσιακά-ορφικά ελάσματα της Κρήτης


Ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όχι όμως για τη λογοτεχνική τους αξία αλλά για τη σημασία τους στο ζήτημα των μυστηριακών λατρειών στην Κρήτη, παρουσιάζουν οι έμμετρες επιγραφές που έχουν βρεθεί χαραγμένες πάνω σε χρυσά ελάσματα από την ευρύτερη περιοχή του Κάτω Μυλοποτάμου. Τα φύλλα αυτά χρυσού εντάσσονται σε μια ολόκληρη σειρά ενεπίγραφων χρυσών ελασμάτων, συνολικά πάνω από τριάντα, που προέρχονται από διάφορες περιοχές της μείζονος ελληνικής περιφέρειας (Κάτω Ιταλία, Μακεδονία, Θεσσαλία, Πελοπόννησος, Μυτιλήνη) και των οποίων τα κείμενα μαρτυρούν πίστη στην ορφική-διονυσιακή λατρεία και ελπίδα στη μετά θάνατον ζωή.
Από τα –προσώρας εννέα τον αριθμό– ενεπίγραφα χρυσά ελάσματα της Κρήτης, που χρονολογούνται στην ύστερη ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο ως τον 1ο αιώνα μ.Χ., τα επτά είναι έμμετρα και φέρουν με μικρές παραλλαγές το ίδιο κείμενο,[66] τρεις κατά βάση δακτυλικούς εξάμετρους στίχους:

δίψαι αὖος ἐγὼ καὶ ἀπόλλυμαι. ἀλλὰ πιέ<μ> μοι
κράνας αἰειρόω ἐπὶ δεξιά, τῇ κυφάριζος.
τίς δ' ἐζί; πῶ δ' ἐζί; Γᾶς υἱός ἠμι καὶ Ὠρανῶ
ἀστερόεντος.

Από τη δίψα στέγνωσα και χάνομαι. (δώστε) μου όμως να πιω
από την ασταμάτητη πηγή στα δεξιά, όπου(;) το κυπαρίσσι.
Ποιός είσαι; Ποιά η γενιά σου; Είμαι γιος της Γης και του
έναστρου Ουρανού.[67]

Στους δύο πρώτους στίχους του αινιγματικού κειμένου διαβάζουμε για τη φοβερή δίψα που προκαλεί ο θάνατος στον νεκρό μύστη και τη ζωηρή του επιθυμία να πιει νερό από την αιώνια πηγή. Στο τέλος, η σύντομη ερωταπόκριση αποτελεί έναν συνθηματικό διάλογο, κάτι σαν επίδειξη προφορικής «κάρτας μέλους» για να γίνει η αναγνώριση από τους φύλακες και να μπει ο μυημένος στον ιερό λειμώνα.
Η αναζήτηση μεταφυσικής ελπίδας και προσωπικής επικοινωνίας με τον θεό φαίνεται να έρχεται ως θεραπεία στην ανασφάλεια, στους φόβους και στην αποξένωση που αισθάνεται ο ελληνιστικός άνθρωπος στο «παγκοσμιοποιημένο» περιβάλλον της εποχής. Προκειμένου για την Κρήτη, σε τούτο συνηγορεί η αναζωογόνηση κατά την περίοδο αυτή αρχαίων μυστηριακών λατρειών. ιδιαίτερα στην ευρύτερη περιοχή του ιερού του Ιδαίου Άντρου, στην οποία βρέθηκαν και τα εννέα ενεπίγραφα χρυσά ελάσματα. Ωστόσο, για το εξαιρετικά περίπλοκο ζήτημα της ακριβούς προέλευσης των λατρειών αυτών, όπως και για τη  διερεύνηση της ποικιλομορφίας τους, η αποσπασματική εικόνα που μας δίνουν οι πηγές δεν μας επιτρέπει να συναγάγουμε ασφαλή συμπεράσματα.


Στοχαστές και φιλόσοφοι από την Κρήτη

Και στον τομέα αυτόν η μυθική αχλύς ενός πλούσιου παρελθόντος αντιπαρατίθεται σε μια πολύ φτωχή ιστορική πραγματικότητα. Απέναντι στην παράδοση για τη θεϊκή σοφία του Μίνωα, τη μύηση του Πυθαγόρα στο Ιδαίο Άντρο, τη συμπερίληψη του Επιμενίδη και του Μύσωνα, κατά μία εκδοχή, στον κατάλογο των επτά σοφών της αρχαιότητας, τα τεκμήρια από τους ιστορικούς χρόνους είναι λίγα. Κατ’ οικονομίαν συγκεντρώνουμε εδώ τις αναφορές ανεβαίνοντας αναγκαστικά και σε χρόνους πριν από την ελληνιστική εποχή.

Στους σημαντικότερους ύστερους προσωκρατικούς φιλοσόφους συγκαταλέγεται ο Διογένης από την Απολλωνία,[68] σύγχρονος του Αναξαγόρα (μέσα του 5ου αιώνα), ο οποίος έζησε μάλλον στην Αθήνα και έγραψε στην ιωνική διάλεκτο. Η κοσμογονική θεώρηση του Διογένη δεν είναι πρωτότυπη. Αποτελεί όμως έναν εκλεκτικό συνδυασμό παλαιότερων αντιλήψεων. Ως προς τη βασική αρχή του κόσμου είναι μονιστής και ακολουθεί τον Αναξιμένη: Θεωρεί τον αέρα ως την μοναδική και βασική ουσία. Όλα τα πράγματα γίνονται με την πύκνωση ή την αραίωση του αέρα. Από την άλλη μεριά αποδίδει στη βασική ουσία θεία νόηση που κατευθύνει τα πάντα, γεγονός το οποίο δείχνει την επιρροή που άσκησε πάνω του ο Νους του Αναξαγόρα. Τα περισσότερα σωζόμενα αποσπάσματα είναι από το βιβλίο του Περὶ φύσεως, όπως τα παραδίδει ο Σιμπλίκιος, νεοπλατωνικός σχολιαστής του 6ου αιώνα μ.Χ. Σύμφωνα με τον ίδιο έγραψε ακόμη 3 βιβλία: Κατὰ σοφιστῶν, Μετεωρολογία, και Περὶ ἀνθρώπου φύσεως.[69]
Ο σκεπτικός φιλόσοφος Αινη(ε)σίδημος γεννήθηκε στην Κνωσό και δίδαξε στην Αλεξάνδρεια[70] στο τέλος του 1ου αιώνα π.Χ. Θεωρείται εκείνος που αναβίωσε και ανανέωσε την αρχαία σκεπτική φιλοσοφία του Πύρρωνος ιδρύοντας τη νέα σκεπτική σχολή. Βασική του θέση η απόρριψη κάθε δογματικής βεβαιότητας: «Δεν μας επιτρέπεται γενικά για τίποτε να είμαστε βέβαιοι, ούτε καν για την άγνοιά μας.  Έτσι πετυχαίνουμε την αληθινή ηδονή, τη γαλήνη του θυμικού, δηλαδή την αταραξία». Τα έργα του (Πυρρώνειοι λόγοι, Ὑποτύπωσις εἰς τὰ Πυρρώνεια, Κατὰ σοφίας, Περὶ ζητήσεως, Πρώτη εἰσαγωγὴ) δεν έχουν σωθεί σε αυτοτελή μορφή. Αποτελούν όμως κύρια πηγή για τον Σέξτο τον Εμπειρικό (2ος αι. μ. Χ.).[71]



Κρήτες ποιητές και λόγιοι στην Αλεξάνδρεια


Είναι γνωστές και ήδη καλά μελετημένες οι πολιτικοστρατιωτικές σχέσεις ανάμεσα στην Κρήτη της ελληνιστικής περιόδου και την Αίγυπτο, οι οποίες συνίστανται κυρίως στην εγκατάσταση πτολεμαϊκού προτεκτοράτου στην Ίτανο και την στρατολόγηση Κρητών μισθοφόρων στο αιγυπτιακό βασίλειο.[72]  Άμεσο επακόλουθο αυτής της αλληλοδιείσδυσης των πληθυσμών ήταν η μύηση πολλών Κρητικών στη λατρεία των αιγυπτιακών θεοτήτων.[73]
Από ορισμένες αναφορές, που ήδη κάναμε, και πολύ περισσότερα στοιχεία που προκύπτουν από διεξοδική έρευνα των πηγών[74] τεκμαίρεται ότι οι σχέσεις Κρήτης και Αλεξάνδρειας επεκτείνονται και στον τομέα του πολιτισμού. Εκτός από τους Κρητικούς που συνέρρεαν ως μισθοφόροι στην Αίγυπτο με το δέλεαρ του χρήματος, άλλοι Κρήτες με έφεση στην ποίηση, τη φιλοσοφία, εν γένει τα Γράμματα, δελεάστηκαν από το πνευματικό γόητρο και τις ευκαιρίες που έδινε η πολιτισμική μητρόπολη του ελληνιστικού κόσμου. Μιλήσαμε ήδη για τον επικό ποιητή Ριανό και τον σκεπτικό φιλόσοφο Αινησίδημο που κατά πάσα πιθανότητα έζησαν στην Αλεξάνδρεια. Θα μπορούσαμε να προσθέσουμε, με μεγαλύτερη ή μικρότερη σιγουριά, τον επιγραμματοποιό Δωσιάδα,[75] τον διευθυντή της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας Κύδα (2ος αι. π.Χ.)[76] και τον μαθητή τού Αινησίδημου, Ζεύξιππο, καταγόμενο μάλλον από την Κνωσό.[77] Η παρουσία Κρητών λογίων στην Αλεξάνδρεια πιθανόν να συνέβαλε στην ενεργοποίηση του ενδιαφέροντος που δείχνουν αρκετοί Αλεξανδρινοί για την Κρήτη, όπως ο Καλλίμαχος στα ποιήματά του,[78] ο αρχαιοδίφης μαθητής του Ίστρος στο έργο του περί των κρητικών θυσιών που αναφέραμε παραπάνω, ο γραμματικός Στάφυλος από την Ναύκρατη (2ος αι. π.Χ.) στα σχόλια του στην Οδύσσεια.[79]
Στην ελληνιστική ποίηση γενικά και ιδιαιτέρως στα επιγράμματα της Ελληνικής Ανθολογίας (Παλατινής και Πλανούδειας) οι κρητικές αναφορές –για πρόσωπα και καταστάσεις– είναι πολύ συχνές, συχνότερες από οποιαδήποτε άλλη γεωγραφική περιοχή του ελληνικού κόσμου. Αποδεικνύεται δε, ότι η εικόνα της Κρήτης, όπως αναδύεται από τα ποιητικά αυτά κείμενα, συμφωνεί με τις ιστορικές, αρχαιολογικές και επιγραφικές μαρτυρίες.[80] Η συνήθης εικόνα του Κρητικού στο εξωτερικό ήταν παγκοίνως γνωστή: πειρατής και μισθοφόρος. Ως προς την τροφοδοσία όμως των ελληνιστικών ποιητών με πληροφορίες για τα εσωτερικά της Κρήτης (π.χ. τα ιθαγενή κρητικά ονόματα, τον ποιμενικό βίο στο νησί) ένα ρόλο θα πρέπει να έπαιξε και η κρητική ακαδημαϊκή παροικία στην Αλεξάνδρεια.  




ΠΕΡΙΟΔΟΣ  ΤΗΣ  ΡΩΜΑΙΟΚΡΑΤΙΑΣ

Με την οριστική κατάκτηση της Κρήτης από τον Μέτελλο (67 π.Χ.), την κατάργηση και του τελευταίου ελληνιστικού βασιλείου και την εγκαθίδρυση της αυτοκρατορικής περιόδου, η κατάσταση στο νησί αλλάζει. Η κινητικότητα των ελληνιστικών χρόνων παραχωρεί τη θέση της στη στασιμότητα. Η Pax Romana επιβάλλεται κι εδώ απολύτως. Η Κρήτη βυθίζεται για αιώνες στην αφάνεια μιας ειρηνικής συγκλητικής επαρχίας του ρωμαϊκού κράτους.
Από την ελληνική ποίηση της αυτοκρατορικής περιόδου, που έτσι κι αλλιώς χαρακτηρίζεται από έλλειψη πρωτοτυπίας, κυριαρχία του ρητορικού ύφους και αφόρητο κλασικισμό, δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι απουσιάζει η Κρήτη.


Μεσομήδης


Το μόνο όνομα που μαρτυρείται ότι έχει σχέση με το νησί στα χρόνια αυτά είναι εκείνο του Μεσομήδη (2ος αι. μ.Χ.). Γεννήθηκε στην Κρήτη αλλά βρέθηκε δούλος στην αυτοκρατορική αυλή της Ρώμης. Τον απελευθέρωσε ο Αδριανός που τον έκανε φίλο του και αυλικό κιθαρωδό και ποιητή. Ο Μεσομήδης επιδόθηκε στην ποίηση ύμνων, που, καθώς φαίνεται, γνώριζε μια κάποια άνθηση την εποχή αυτή. Τρία ποιήματά του μας ήταν γνωστά μέχρι το 1906: ένα προοίμιο στη Μούσα Καλλιόπη και οι Ύμνοι στον  Ήλιο και τη Νέμεση, που πρώτος είχε δημοσιεύσει ο Vincenzo Galilei, ο πατέρας του μεγάλου αστρονόμου. Τη χρονιά εκείνη ανακαλύφτηκαν σ’ έναν κώδικα του 13ου αιώνα οκτώ ακόμη ποιήματά του σε διάφορα λυρικά μέτρα. Σύνολο λοιπόν έντεκα. Σταματούμε στον ύμνο εἰς Ἀδρίαν, ωραία περιγραφή ενός ταξιδιού στην Αδριατική, και στο πιο σκανδαλιστικό όλων, την ἔκφρασιν σπόγγου, όπου ο ερωτευμένος ποιητής χαρίζει στην αγαπημένη του ένα σφουγγάρι. Άλλοι του ύμνοι, όπως π.χ. εἰς κώνωπα (!) ή εἰς ὡρολόγιον, είναι χαρακτηριστικοί του πνεύματος της εποχής, που δείχνει μιαν ιδιότυπη έλξη προς το λογοτεχνικά ασήμαντο (π.χ. κόμης ἐγκώμιον του Δίωνα από την Προύσα, φαλάκρας ἐγκώμιον του Συνέσιου από την Κυρήνη). Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι τα τρία πρώτα γνωστά μας ποιήματα παραδίδονται, σε μεσαιωνικά χειρόγραφα,  εφοδιασμένα με νότες, πράγμα που αποτελεί ένα από τα λίγα τεκμήρια αρχαίας μουσικής σημειογραφίας – έστω και της ύστερης περιόδου.
Πέραν τούτων, δύο ακόμη ποιήματα με το όνομά του παραδίδουν η Παλατινή (14.63) και η Πλανούδεια Ανθολογία  (323). Το πρώτο είναι ένας έμμετρος γρίφος που έχει ως λύση του την Σφίγγα και το άλλο ένα ανούσιο στιχούργημα για την κατασκευή του γυαλιού. Από τη Σούδα μαθαίνουμε ότι είχε γράψει και ένα εγκώμιο για τον Αντίνοο, τον ερώμενο του αυτοκράτορα Αδριανού που πνίγηκε με τη θέλησή του στον Νείλο.
Και το έργο του Μεσομήδη δεν αναφέρεται καθόλου στην Κρήτη. Ο ποιητής ζει στη Ρώμη, συνοδεύει πιθανώς τον Αδριανό στο ταξίδι του στην Αίγυπτο και επηρεάζεται από τα ρεύματα της εποχής του. Χαρακτηριστική είναι η επίδραση που άσκησαν πάνω του οι αιγυπτιακές θεότητες.[81]  Το μόνο που παραπέμπει στην πατρίδα του είναι οι έντονοι δωρισμοί στη γλώσσα του.[82]


Δίκτυς ο Κρητικός (;)


Ο συντάκτης των γραμμών αυτών προβληματίστηκε αρχικά αν θα όφειλε να συμπεριλάβει τον εν λόγω Δίκτυ στη σύντομη αυτή έκθεση για τη λογοτεχνία στην αρχαία Κρήτη ή αν θα έπρεπε να τον αποβάλει σκαιώς ως δεινό ψευδολόγο.  Τελικά, όπως βλέπει κιόλας ο αναγνώστης, προκρίθηκε το πρώτο – τιμής ένεκεν για την επιθυμία του να περάσει στην ιστορία της λογοτεχνίας ως Κρητικός.
Ο Δίκτυς ο Κρητικός υπήρξε, λέει, αυτόπτης μάρτυρας του Τρωικού Πολέμου. Είχε συνοδεύσει τον Ιδομενέα στην εκστρατεία και έγραψε ένα χρονικό με τίτλο  Ἐφημερὶς τοῦ Τρωικοῦ Πολέμου. Το έργο, γραμμένο, λέει, με φοινικικά γράμματα πάνω σε πινακίδες από φλοιό φλαμουριάς, τοποθετήθηκε, όταν ο Δίκτυς πέθανε, μέσα στον τάφο του στην ιδιαίτερη πατρίδα του, την Κνωσό. Κατά το 13ο όμως έτος της βασιλείας του Νέρωνα (δηλαδή το 66 μ.Χ.), εξ αιτίας, λέει, ισχυρού σεισμού ο τάφος άνοιξε, τα χειρόγραφα ανακαλύφτηκαν, στάλθηκαν στη Ρώμη, όπου ο αυτοκράτορας διέταξε να μεταφραστούν στα Ελληνικά.
Ποιος τα λέει όλα αυτά τα απίστευτα;  Τα διαβάζουμε στον πρόλογο της λατινικής μετάφρασης του ελληνικού αυτού κειμένου, που παρασκεύασε, μάλλον τον 4ο αιώνα μ.Χ. ένας κάποιος Lucius Septimius. Ο μεταφραστής μετέφερε στα Λατινικά ολόκληρα τα πέντε πρώτα βιβλία του πρωτοτύπου, τα οποία είναι αφιερωμένα στην περιγραφή του Πολέμου, ενώ τα υπόλοιπα, όπου ο λόγος είναι για το νόστο των ηρώων, τα συνέπτυξε σε ένα. Το λατινικό κείμενο (Ephemeris belli Troiani) αρχίζει με την απαγωγή της Ελένης και τελειώνει με το θάνατο του Οδυσσέα. Η αφήγηση δηλαδή περιλαμβάνει όχι μόνο το θέμα της Ιλιάδας και της Οδύσσειας αλλά και πολλών ποιημάτων του Τρωικού κύκλου. Η περιγραφή είναι υποκειμενική, ιδωμένη από την πλευρά των Ελλήνων, στην αποστολή των οποίων υποτίθεται ότι συμμετείχε και ο Δίκτυς.[83]
Το μέγα ερώτημα των ερευνητών ήταν αν το υποτιθέμενο ελληνικό πρωτότυπο ήταν όντως μια πραγματικότητα ή απλώς ένα φαντασιοκόπημα του Λεύκιου Σεπτίμιου. Κι ενώ οι φιλόλογοι έριζαν, στις αρχές του 1900 οι διόσκουροι  της παπυρολογίας Grenfell και Hunt βρήκαν σ’ ένα νεκροταφείο κροκοδείλων στην αρχαία αιγυπτιακή κώμη Τεβτύνη (στην περιοχή του Φαγιούμ) ένα σπάραγμα ελληνικού παπύρου, το οποίο περιλαμβάνει κείμενο που χωρίς αμφιβολία αντιστοιχεί σε χωρίο της λατινικής μετάφρασης του Σεπτιμίου. Ο πάπυρος αυτός χρονολογείται στις αρχές του 3ου αιώνα μ.Χ. Νεότερο παπυρικό εύρημα με ομόλογο περιεχόμενο, που δημοσιεύτηκε το 1966, ήλθε να ενισχύσει την πρώτη δραματική ανακάλυψη.[84] Aυτό που έγινε φανερό από την εύρεση των παπυρικών σπαραγμάτων είναι ότι το λατινικό κείμενο είναι όντως μια ελεύθερη απόδοση –όχι πιστή μετάφραση– του ελληνικού πρωτοτύπου. Το ερώτημα είναι τώρα ποιος και πότε έγραψε την ελληνική Εφημερίδα. Τα στοιχεία που έχουμε συγκλίνουν σ’ έναν άγνωστο πεζογράφο μάλλον του 1ου αιώνα μ.Χ., που υπογράφει το έργο του με το ψευδώνυμο Δίκτυς ο Κρητικός (Dictys Cretensis). Ήταν ο συγγραφέας αυτός πράγματι Κρητικός;  Άγνωστο! Το γεγονός όμως ότι ο ίδιος επιλέγει  να συνοδεύσει το ψευδώνυμό του με αυτόν τον προσδιορισμό μάς οδηγεί στην υπόθεση ότι πιθανώς έχει κρητική καταγωγή. Ή μήπως κάνει έναν υπαινιγμό στη διαβόητη ψευδολογία των Κρητικών;  Τόσα ψέματα μόνον ένας Κρητικός θα τα έγραφε!
Ως προς το έργο καθ’ εαυτό: πρόκειται για ένα προϊόν της πεζογραφικής λογοτεχνίας της αυτοκρατορικής περιόδου, ένα λαϊκό ανάγνωσμα, του οποίου η αφηγηματική τέχνη λαμβάνει χαρακτηριστικά τόσο από την ιστοριογραφία όσο και από το μυθιστόρημα. Διαχωρίζεται, ωστόσο, από το τελευταίο σε δύο κατά βάση σημεία: (α) απουσιάζει ένας κεντρικός ήρωας (ή ζευγάρι ηρώων), και (β) ο έρωτας εμφανίζεται όχι ως δύναμη ώθησης και δημιουργίας αλλά καταστροφής.[85]
Το θέμα βεβαίως του χαμένου βιβλίου και της τυχαίας επανεύρεσής του είναι παλαιό αγαπημένο μοτίβο των συγγραφέων. Αιτιολογείται έτσι το γεγονός ότι, παρ’ όλο που το έργο είναι αυθεντικό, δεν μνημονεύεται από κανέναν προγενέστερο. Το τέχνασμα πέρασε από τους αρχαίους στους νεότερους, το MS found in a Bottle του E. A. Poe ως και το Όνομα του Ρόδου του U. Eco.
Αξίζει, τέλος, να σημειωθεί ότι η Ephemeris belli Troiani του Δίκτυ μαζί με το ομόλογο έργο του Δάρητα του Φρύγα De excidio Troiae Historia (Ιστορία για την άλωση της Τροίας) –αυτός βλέπει τα πράγματα από τη μεριά των Τρώων– άσκησε μεγάλη επίδραση στη μεσαιωνική λογοτεχνία. Σ’ αυτά στηρίχτηκε το περίφημο μυθιστόρημα του Benoit de Sainte-Maure, Le Roman de Troie (Το μυθιστόρημα της Τροίας – γύρω στο 1160), το οποίο γνώρισε πανευρωπαϊκή επιτυχία και μεταφράστηκε σε όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές γλώσσες.[86] Από τούτο άντλησε μετέπειτα ο Βοκκάκιος και από αυτόν ο Chaucer κι από εκείνον ο Shakespeare στο έργο του Τρωίλος και Χρυσηίδα.[87]

Η παρέκβαση για τον Δίκτυ τον Κρητικό μάς πήγε πολύ μακριά από την αρχαία Κρήτη και τη λογοτεχνία της, στην οποία και επιστρέφουμε, κλείνοντας.



ΜΙΑ  ΣΥΝΟΛΙΚΗ  ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ


Απ’ όσα εκθέσαμε παραπάνω, μπορούμε να συναγάγουμε μερικά συμπεράσματα τόσο γενικότερα για την καθόλου πνευματική παρουσία της αρχαίας Κρήτης, όσο και ειδικότερα για επί μέρους πρόσωπα και καταστάσεις της λογοτεχνικής της παραγωγής.
Το νησί αποτελεί μια ιδιαίτερη γεωγραφική ενότητα με βαρύνουσα γεωπολιτική σημασία και ζωηρές εναλλαγές στην πολιτική και πολιτισμική προβολή του. Ένα λαμπρό προϊστορικό παρελθόν και μια δυναμική παρουσία κατά την πρώιμη αρχαϊκή εποχή ακολουθούνται από την εσωστρέφεια των κλασικών χρόνων. Την επαναδραστηριοποίηση της Κρήτης και την συμμετοχή της στις εξελίξεις του ελληνιστικού κόσμου διαδέχεται η αφάνεια της ρωμαϊκής περιόδου. Η λογοτεχνική σκηνή, όπως είναι φυσικό, παρακολουθεί grosso modo τις εναλλαγές αυτές. Πάντως, αναλόγως προς το εν δυνάμει βάρος του γεωγραφικού μορφώματος της Κρήτης και του ανθρώπινου δυναμικού της, η παραγωγή αυτή αποτιμάται ως πενιχρή και κατά ποσόν και κατά ποιόν.
Ένα κριτήριο, κατά το δυνατόν αντικειμενικό, για τη διερεύνηση της ποιότητας ενός λογοτεχνικού προϊόντος είναι η επιβίωσή του και ο βαθμός πρόσληψής του από τους μεταγενέστερους. Χαρακτηριστικός δείκτης της επιβίωσης ενός έργου της αρχαίας λογοτεχνίας είναι το πλήθος των χειρογράφων. Η χειρόγραφη, λοιπόν, παράδοση υπήρξε αμείλικτη στα προϊόντα των Κρητών λογοτεχνών. Κανείς Κρητικός ποιητής ή πεζογράφος δεν είχε το προνόμιο να φτάσει αυτοτελής ως τα νεότερα χρόνια μέσω της αντιγραφής χειρογράφων ή μέσω παπυρικών ευρημάτων και να οδηγηθεί στο τυπογραφείο. Μια καλύτερη τύχη είχαν τα επιγράμματα μόνον από το έργο του Ριανού, που βρήκαν στέγη στην Παλατινή Ανθολογία –εκεί όπου φιλοξενούνται και πολύ χειρότερης ποιότητας στιχουργήματα–, και ο Μεσομήδης, που είναι πολύ ύστερος και εντελώς ξεκομμένος από την όποια κρητική παράδοση. Ό,τι έχει σωθεί, παραδίδεται έμμεσα και εντελώς αποσπασματικά, δηλαδή ως παράθεμα ή παραπομπή σε έργα πολυϊστόρων, εγκυκλοπαιδιστών ή ανθολόγων της ύστερης αρχαιότητας, όπως ο Πλούταρχος, ο Αιλιανός, ο Διογένης Λαέρτιος, ο Αθήναιος, ο Στοβαίος και οι λοιποί. Ό,τι σώζεται πρωτογενώς και αυθεντικά είναι οι ανώνυμες έμμετρες επιγραφές: ο Ύμνος στον Δία από το Παλαίκαστρο και τα επιγράμματα, κυρίως επιτύμβια, που βρέθηκαν  χαραγμένα απανταχού της Κρήτης.
Τέλος, ως προς το στοιχείο της εντοπιότητας, που τόσο απασχολεί τους σύγχρονους κριτικούς της λογοτεχνίας, μπορούμε να σύρουμε μιαν ευκρινή διαχωριστική γραμμή: Από τη μια οι επώνυμοι, Κρητικοί την καταγωγή, ποιητές (Ριανός, Μεσομήδης) που ζουν στο εξωτερικό, συνδιαλέγονται με τα πνευματικά ρεύματα της εποχής και απορροφώνται πλήρως από τον κοσμοπολιτισμό της ελληνιστικής και αυτοκρατορικής περιόδου. η φωνή του γενέθλιου τόπου απουσιάζει. Από την άλλη μεριά οι ανώνυμοι στιχουργοί των επιγραμμάτων και οι πολλοί τοπικοί ιστοριογράφοι, που αντλούν από την επιχώρια θεματολογία και αξιοποιούν την τοπική παράδοση.
Η λογοτεχνική σκηνή της αρχαίας Κρήτης παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά μιας λογοτεχνίας της «υπό ανάπτυξιν» περιφέρειας: οι θεράποντες της υψηλής τέχνης δραστηριοποιούνται και προσπαθούν να καταξιωθούν στις μητροπόλεις του εξωτερικού. Το εσωτερικό αρκείται στη ναΐφ λογοτεχνική έκφραση της λαϊκής κουλτούρας.




Literature of Ancient Crete.
From the beginnings up to the Late Antiquity.

Summary
The aim of this paper is to offer a concise history of literature in ancient Crete.

I


Let us declare it clearly in advance! The Literature of ancient Crete is extremely poor: The evidence and fragments saved are scanty. Nevertheless, how can someone explain the phenomenon that a large geographic entity with glorious Minoan past presents such a poverty in its literary output in the historical years? It is primarily due to economic reasons. Cretan society did not experience the financial revolution which took place in the rest of the Greek world in the Archaic age. Crete did not in essence participate in the cosmogony of the great colonization in 7th and 6th centuries. Manufacture and export trade were not promoted by Cretan cities. The economy was based on agriculture and that explains the conservatism of Cretan society. New social classes, financially rising, did not appear. Big social conflicts taking place in archaic Greece between the old class of the aristocrat proprietors of land and the new one of rich trade people, did not happen in Crete. Its cities kept the aristocracy up to the Hellenistic period. The lack of social mobility, the stagnation of the political system, the introversion and the military orientation of education did not promote  the intellectual pursuits and, consequently, the literary achievements of the rest of the Greek world.

II


The present paper is divided into 4 chapters:
a)     Pre-Dorian period
b)    From the Dorian occupation to the Hellenistic age
c)     Hellenistic period
d)    Roman period
In each chapter a short introduction on the historical background is prefixed, and afterwards, all relevant evidence of the period is collected and evaluated.  It is proposed to examine the brisk changes in the literary and, in general, intellectual profile of Crete from period to period: From the notable presence in early Archaic epoch to the big silence of the Classic period, and from the reactivation of Hellenistic age to absolute absence of Roman period. Special references are dedicated to major or minor known names (Epimenides, Thaletas, Hybrias, Rhianos, local historians, Mesomedes, Dictys) as well as to literary works of anonymous authors (the Palaikastro Hymn of the Kouretes, the Cretan funeral epigrams).

III


Literary output of ancient Crete is evaluated as a poor one in quantity and in quality as well. Most of the known poets lived outside Crete and were influenced by the general trends of their epoch. No Cretan theme or motif does appear in their work. The single native expression of Cretan Literature are the anonymous inscribed poems and the work of the Cretan historians in Hellenistic era.
Literature of ancient Crete presents the features of a regional literature: authors of high art act and ask to be recognized in the metropoleis abroad. In the interior of the island the naive expression of popular culture dominates. 

Βασιλείου Π. Βερτουδάκη, Λέκτορος στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και Διδάσκοντος στο ΕΑΠ.
   





























[1]. Για προηγούμενες απόπειρες σύντομης επισκόπησης της λογοτεχνίας στην αρχαία Κρήτη, βλ. Μ. Αποσκίτου-Αλεξίου, «Πνευματική ζωή στην αρχαία Κρήτη», Αμάλθεια 29 (Οκτ.-Δεκ. 1976) 251-255.  Θ. Δετοράκης, Ιστορία της Κρήτης, Ηράκλειο 1986, σσ. 98-101 και 113. Α. Χανιώτης, «Κλασική και ελληνιστική Κρήτη», στο: Ν. Μ.   Παναγιωτάκης (επιμ.), Κρήτη. Ιστορία και πολιτισμός, τ. 1, Κρήτη 1987, σσ. 227-228 και 279-281.  Ο. Τσαγκαράκης, «Η λογοτεχνία στη δωρική Κρήτη και ο ευρωπαϊκός προσανατολισμός της», στο: Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας (εκδ.), Κρήτη και Ευρώπη: Συγκρίσεις, συγκλίσεις και αποκλίσεις στη λογοτεχνία, Βαρβάροι Κρήτης 2001, σσ. 1-8.
[2]. F. Braudel, Γραμματική των πολιτισμών (μετ. Α. Αλεξάκης), Αθήνα 2001 (β΄ ανατ. 2002), σ. 72.
[3]. Οι Κρήτες (από κοινού με τους Ροδίους) ιδρύουν μόνο μία αποικία, τη Γέλα, στα νότια παράλια της Σικελίας, ενώ συμμετέχουν υποτυπωδώς στον εποικισμό της Κυρήνης από τους κατοίκους της Θήρας.
[4]. Για τις (μη) εξελίξεις αυτές στην οικονομία και τις παρεπόμενες κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες, βλ. Α. Λεμπέση, «Η Κρητών πολιτεία», στο: Κρήτη. Ιστορία και πολιτισμός, τ. 1, ό.π. (σημ. 2), σσ. 170-172.                                                                                                                                         
5. Υπέρ της θέσης ότι οι Μινωίτες είχαν προφορική – όχι γραπτή – λογοτεχνία, S. Dow, “Minoan Writing”, AJA 58 (1954) 77-129, ιδίως 127-128. Πρβ. Ο. Τσαγκαράκης, «Η ποίηση στη μινωική Κρήτη»,  Πεπραγμένα 9ου Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου (Ελούντα 2001, υπό έκδοση).
[6]. Κλασικό παράδειγμα η αγροτική πομπή στο ανάγλυφο «αγγείο των θεριστών» από την Αγία Τριάδα, όπου εικονίζεται μια ομάδα γεωργών, οι οποίοι τραγουδούν και έχουν οδηγό άνδρα με σείστρο. επικεφαλής όλων ένας ηλικιωμένος ιερέας φορώντας τον τελετουργικό μανδύα. Βλ. πρόχειρα Ε. & Γ. Σακελλαράκης, «Νεολιθική και μινωική Κρήτη», στο: Κρήτη. Ιστορία και πολιτισμός, ό.π. (σημ. 2), σ. 114 και Στ. Αλεξίου, Μινωικός πολιτισμός, Ηράκλειον 6χ.χ., πιν. ΙΣΤ΄ (ανάμεσα στις σσ. 56-57).  Πρβ. Dow, “Minoan Writing”, ό.π. (προηγ. σημ.), σ. 128.
7. Πρβ. A.J. Neubecker, Η μουσική στην αρχαία Ελλάδα (μετ. Μ. Σιμωτά-Φιδετζή), Αθήνα 1986, σ. 11.
8. Για παράσταση λύρας σε σφραγιδόλιθο από την Κνωσό της μεσομινωικής ΙΙ Β΄ περιόδου (περίπου 1900-1700) βλ. M. L. West, Αρχαία ελληνική μουσική (μετ. Στ. Κομνηνός), Αθήνα 1999, σ. 69. Γενικά για τη λύρα στη μινωική Κρήτη, West, ό.π., σσ. 437-438. Για παράσταση αυλού σε σαρκοφάγο της Αγίας Τριάδας, West, ό.π. σ. 129. Πρβ. Α. Λεμπέση, «Ο κρητικός αυλός», Αριάδνη 5 (1989) [Αφιέρωμα στον Στ. Αλεξίου] 56-61. Γενικά για τη μουσική στη μινωική Κρήτη, J. G. Younger, Music in the Aegean Bronze Age, Jonsered 1998. – Οι εντυπωσιακότερες μαρτυρίες μινωικού χορού είναι η τοιχογραφία της χορεύτριας από το μέγαρο της βασίλισσας στην Κνωσό και η τερακότα με την κυκλική χορευτική σύνθεση από το Παλαίκαστρο.  βλ. A. Evans, The Palace of Minos at Knossos, τ. 3, New York 1964, σσ. 70 κ.ε., φωτ. 40 και 41.
[9]. Βλ. Β 645 κ.ε., Σ 591 κ.ε., γ 191 κ.ε., ξ 199 κ.ε., τ 192 κ.ε. κ.α., Ύμνος στον Απόλλωνα 516 κ.ε. Αναλυτικά Μ. Αποσκίτου, «Κρήτη και Όμηρος», Κρ.Χρ. 14 (1960) 147-172.
[10]. Πρόκειται για καθαρό ιστορικό αναχρονισμό. Ο Όμηρος υποτίθεται ότι περιγράφει την Κρήτη του Τρωικού Πολέμου, δηλ. τη μυκηναϊκή Κρήτη. Καθώς όμως το έπος συντίθεται πολύ αργότερα ο Ποιητής δεν αγνοεί τις πραγματικότητες της εποχής του. Βλ. Αποσκίτου, «Κρήτη και Όμηρος», ό.π. (προηγ. σημ.), σσ. 147 κ.ε., ιδίως 151.
[11].  Τη δωρική κοινωνία της Κρήτης περιγράφει διεξοδικά ο R.F. Willets, Aristocratic Society in Ancient Crete, London 1955, σσ. 33-56, 166-191, 249-256. Πρβ. τα έργα του ιδίου, Ancient Crete. A Social History from Early Times until the Roman Occupation, London 1965 (ανατ. Toronto 1974), σσ. 85-118.  The Civilization of Ancient Crete, London 1977, σσ. 177-190.   Everyday Life in Ancient Crete, Amsterdam 1988, σσ. 138-150.  επίσης, Χανιώτης, «Κλασική και ελληνιστική Κρήτη», ό.π. (σημ.2), σσ. 207-220.
[12]. Αριστοτέλης, Ἀθ. Πολιτ. 1. Πλούταρχος, Σόλων 12.
[13]. Βλ. αναλυτικά E. R. Dodds, Οι Έλληνες και το παράλογο (μετ. Γ. Γιατρομανωλάκης), Αθήνα 1978, σσ. 122-153, ιδίως 127 κ.ε.
[14]. Για τις μαρτυρίες και τα αποσπάσματα, βλ. H. Diels – W. Kranz, Die Fragmente der Vorsokratiker (στο εξής: D-K)  3.   F. Jacoby, Die Fragmente der griechischen Historiker (στο εξής: F Gr Hist) 457. Πρβ. H. Dumoulin, Epiménide de Crète, Liège 1901.
[15].  "Κρῆτες ἀεὶ ψεῦσται". καὶ γὰρ τάφον, ἄνα, σεῖο
      Κρῆτες ἐτεκτήναντο.  σὺ δ' οὐ θάνες, ἐσσὶ γὰρ αἰεί. (στ. 8-9)
       [Οι Κρητικοί είναι πάντα ψεύτες. Μάλιστα, άνακτα μου, και τάφο
       σού κατασκεύασαν οι Κρητικοί. Εσύ όμως δεν πέθανες, αφού για πάντα ζεις.]
Για μιαν ερμηνευτική προσέγγιση του επιμενίδειου στίχου βλ. M. L. West, The Orphic Poems, Oxford 1983, 47-48. Για την εμφάνιση της κρητικής ψευδολογίας στην αρχαία λογοτεχνία, βλ. Β. Π. Βερτουδάκης, Epigrammata Cretica. Λογοτεχνικοί τόποι και μύθοι της Κρήτης στο αρχαίο ελληνικό επίγραμμα, Ηράκλειο 2000, 106-112, όπου και η προγενέστερη βιβλιογραφία.
[16]. Αριστοτέλης, Πολιτ. 1274 a 25-30.
[17]. Στράβων, 10.430.
[18]. Τα τεκμήρια στον A. Chaniotis, “Als die Diplomaten noch tanzten und sangen. Zu zwei Dekreten kretischer Städte in Mylasa”, ZPE 71 (1988) 154-156.
[19]. Το λεξικό της Σούδας αφιερώνει λήμμα και σε ένα Θαλήτα, ραψωδό από την Κνωσό. Το πιθανότερο, ωστόσο, είναι ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο, αφού ο τελευταίος αυτός δεν αναφέρεται από καμιά άλλη πηγή.
[20]. Παυσανίας, 10.7.2.
[21]. Αθήναιος, 14.638.
      [22]. Αιλιανός, Ποικ. Ἱστ. 12.50.
[23]. Βλ. Δ. Λυπουρλής, Αρχαία ελληνική μετρική, Θεσσαλονίκη 1983, σσ. 78-79.  M. L. West, Greek Metre, Oxford 1982, σσ. 54-55, και  Αρχαία ελληνική μουσική, ό.π. (σημ. 9), σσ. 195-198.
[24]. Το γεγονός αυτό έχει ωθήσει πολλούς ερευνητές σε αυστηρότατες κρίσεις σχετικά με το πολιτισμικό επίπεδο της αρχαίας Κρήτης, με χαρακτηριστικότερη εκείνη του U. von Wilamowitz, ο οποίος κάνει λόγο για «αρκούντως απολίτιστη Κρήτη» (ziemlich kulturlosen Kreta), Der Glaube der Hellenen, τ. 2, Berlin 1932, σ. 321. Πρβ. του ιδίου, Platon. Sein Leben und seine Werke, Berlin 51959, σσ. 523 κ.ε.
[25]. Η τάση πάντως της σύγχρονης έρευνας γύρω από την άγνοιά μας για τις σχέσεις Κρήτης – υπόλοιπης Ελλάδας είναι να εντοπίζει το πρόβλημα στην έλλειψη πηγών και όχι στην απουσία σχέσεων. Βλ. Χανιώτης, «Κλασική και ελληνιστική Κρήτη», ό.π. (σημ. 2), σσ. 182 κ.ε. Ωστόσο, είναι σαφές ότι και η θέση αυτή πρέπει να έχει τα όριά της. Πλούσιες ανταλλαγές και στενές σχέσεις προφανώς θα άφηναν ικανά τεκμήρια.
[26]. Βλ. Α. Παναγόπουλος, Πλάτων και Κρήτη, Αθήνα 1981, σσ. 117-122.
[27]. «Από εκπαίδευση μαθαίνουν μόνο γραφή και ανάγνωση, και αυτά μέτρια», σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, όπως παραδίδει o Ηρακλείδης ο Λέμβος, Πολιτ. 15, έκδ. Dilts. (γράμματα δὲ μόνον παιδεύονται, καὶ ταῦτα μετρίως). Για το σύστημα αγωγής των κρητικών εφήβων, βλ. H. Jeanmaire, Couroi et Courètes, Lille 1939, σσ. 425-427.  Η.-Ι. Marrou, Ιστορία της εκπαιδεύσεως κατά την Αρχαιότητα (μετ. Θ. Φωτεινόπουλος), Αθήναι 1961, σσ. 56-58.  Willetts, Aristocratic Society in Ancient Crete, ό.π. (σημ. 12), σσ. 7-17.  A. Brelich, Paides e Parthenoi, Roma 1969, σσ. 197-207.  Παναγόπουλος, Πλάτων και Κρήτη, ό.π. (σημ. 27), σσ. 78-81.  Χανιώτης, «Κλασική και ελληνιστική Κρήτη», ό.π. (σημ. 2), σσ. 209-211.
[28]. 15.695 f.
[29]. E. Diehl, Anthologia Lyrica Graeca, τ. 2, Leipzig  21942, σ. 159. Πρβ. D. L. Page, Poetae Melici Graeci, Oxford 1962, σ. 478, αρ. 909 και του ιδίου, Lyrica Graeca Selecta, Oxford 1968 (ανατ. με διορθ. 1973), σ. 246, αρ. 463.
[30]. Επίτομος ιστορία της Κρήτης, εν Αθήναις 1909, σ. 46.
[31]. Ο Αθήναιος εισάγει το ποίημα με την πρόταση: «σκόλιον δὲ φασί τινες καὶ τὸ ὑπὸ τοῦ Ὑβρίου τοῦ Κρητὸς ποιηθέν».
[32]. Για τις διάφορες απόψεις που έχουν διατυπωθεί βλ. C. M. Bowra, Αρχαία ελληνική λυρική ποίηση, τ. 2 (μετ. Ι. Ν. Καζάζης), Αθήνα  21985, σσ. 215-223.  D. L. Page, “The Song of Hybrias the Cretan”, PCPhS  191 [n.s. 11] (1965) 62-65.    Θ. Δετοράκης, «Το ποίημα Υβρίου του Κρητός και τα εν Κρήτη ενόπλια παίγνια», Κρ.Χρ. 24 (1972) 208-216.  G. Tedeschi, “Il canto di Hybrias il Cretese: Un esempio di poesia conviviale”, Quaderni di filologia classica 5 (1986) 53-74. Από ιστορική άποψη, E. Kirsten, Das dorische Kreta. Die Insel Kreta im 5. und 4. Jh., Würzburg 1942 (ανατ. Chicago 1986), σσ. 117 κ.ε.. F. Gschnitzer, Griechische Sozialgeschichte von der mykenischen bis zum Ausgang der klassischen Zeit, Wiesbaden 1981, σσ. 59 κ.ε.
[33]. Η επιγραφή λόγω φθορών παρουσιάζει μεγάλα προβλήματα αποκατάστασης. Το κείμενο παρατίθεται εδώ με βάση την editio princeps των Βρετανών R. C. Bosanquet, “The Palaikastro Hymn of the Kouretes”, ABSA 15 (1908-1909) 339-356 και G. Murray, “The Hymn of the Kouretes”, ABSA 15 (1908-1909) 357-365. Αξιοπρόσεκτες συμπληρώσεις προτείνει ο Στ. Ξανθουδίδης, « Ύμνος εις Δία Δικταίον», Κρητική Στοά 3 (1911) 10-16 (= Μελετήματα, Ηράκλειο 1980, σσ. 461-466). Πρβ. M. Guarducci, Inscriptiones Creticae (στο εξής: I Cret), III, ii, 2.  M. L. West, “The Dictaean Hymn to the Kouros”, JHS 85 (1965) 149-159. Πιο πρόσφατη έκδοση από τους W. D. Furley – J. M. Bremer, Greek Hymns. τ. 1: The Texts in Tranlation. τ. 2: Greek Texts and Commentary, Tübingen 2001, σσ. 67-76 και 1-20.

[34]. Αντ. Σ. Βασιλάκης, Δικταίο  Άντρο, το λατρευτικό σπήλαιο του Δία στο Ψυχρό Λασυθίου, Λασύθι 2002, σσ. 59-60. Η μετάφραση λαμβάνει υπ’ όψη της συμπληρώσεις του Ξανθουδίδη.
[35]. Διαφορετικά (απορρίπτει την ιδιότητα του Δία της Κρήτης ως θνήσκοντος και αναγεννώμενου θεού της γονιμότητας) ο Η. Verbruggen, Le Zeus Crétois, Paris 1981, σσ. 101-111. Πρβ. όμως Α. Χανιώτης, Κρ.Χρ. 26 (1986) 290-307, ιδίως 301.
[36]. Βλ. P. Perlman, “Invocatio and imprecatio: The Hymn to the Greatest Kouros from Palaikastro and the Oath in Ancient Crete”, JHS 115 (1995) 161-167. A. Chaniotis, Die Verträge zwischen kretischen Poleis in der hellenistischen Zeit, Stuttgart 1996, σσ. 124 κ.ε. και τελευταία K. Sporn, Heiligtümer und Kulte Kretas in klassischer und hellenistischer Zeit, Heidelberg 2002, σσ. 47 και 320.
[37]. Βλ. H. van Effenterre, La Crète et le monde Grec de Platon à Polybe, Paris 1948 (ανατ. 1968), σσ. 45-106. G. R. Morrow, Plato’s Cretan City, Princeton 1960.  G. Huxley, “Crete in Aristotle’s Politics”, GRBS 12 (1971) 505-515.  Παναγόπουλος, Πλάτων και Κρήτη, ό.π. (σημ. 27).  του ιδίου, Αριστοτέλης και Κρήτη, Αθήνα 1987.
[38]. Για τη θέση της Κρήτης στο νέο κόσμο μετά τον Αλέξανδρο, βλ. Van Effenterre, La Crète et le monde Grec, ό.π. (προηγ. σημ.), σσ. 235 κ.ε. .  Ε. Μικρογιαννάκης, Η Κρήτη κατά τους ελληνιστικούς χρόνους (διδ. διατρ.), Αθήναι 1967, σσ. 21 κ.ε.. C. Schneider, Kulturgeschichte des Hellenismus, τ. 1, σσ. 401-409.  Χανιώτης, «Κλασική και ελληνιστική Κρήτη», ό.π. (σημ. 2), σσ. 234 κ.ε. 
[39]. Διεξοδικά η A. Petropoulou, Beiträge zur Wirtschafts- und Gesellschaftsgeschichte Kretas in hellenistischer Zeit, Frankfurt/M., 1985. Επίσης P. Brulé, La piraterie crétoise hellénistique, Paris 1978, σσ. 173-175.
[40]. Βλ. το συχνά αναφερόμενο καυστικό σχόλιο του Πολύβιου (24.3) για τους συνεχείς εμφυλίους πολέμους στην ελληνιστική Κρήτη. Περαιτέρω, Kirsten, Das dorische Kreta, ό.π. (σημ. 33), σσ. 27-32, 53-57, 78-80.  Van Effenterre, La Crète et le monde Grec, ό.π. (σημ. 38), σσ. 28-34, 153-160, 253-257, 288.  Willets, Aristocratic Society in Ancient Crete, ό.π. (σημ. 12), σσ. 225-241.  Petropoulou, Beiträge, ό.π. (προηγ. σημ.), σσ. 15-27. Για τις συνθήκες ανάμεσα στις κρητικές πόλεις, Chaniotis, Die Verträge, ό.π. (σημ. 37).
[41]. Βλ. K. J. Rigsby, “Notes sur la Crète hellénistique. I. Rhianos”, REG  99 (1986) 350-355. Το πιο πρόσφατο άρθρο της C. Castelli, “Riano di Creta: ipotesi cronologiche e biografiche”, Rendiconti dell’Istituto Lombardo 128,1 (1994) 73-87, δεν μπόρεσα να δω.
[42]. Η σχέση του με τον Καλλίμαχο αλλά και το γεγονός ότι αναφέρεται ως σύγχρονος του Ερατοσθένη κάνουν την υπόθεση ότι ο γραμματικός Ριανός εγκαθίσταται στην Αλεξάνδρεια πολύ ισχυρότερη. βλ. A. Chaniotis, “Ein alexandrinischer Dichter und Kreta. Mythische Vergangenheit und gegenwärtige Kultpraxis bei Kallimachos”, στο: S. Böhm & K.-V. von Eickstedt (επιμ.), ΙΘΑΚΗ. Festschrift für Jörg Schäfer, Würzburg 2001, σ. 216.
[43]. Βλ. R. Pfeiffer, Ιστορία της Κλασσικής Φιλολογίας (μετ. Π. Ξένος), τ. 1, Αθήναι 1972, σσ. 176-177.
[44]. Βλ. W. R. Misgeld, Rhianos von Bene und das historische Epos im Hellenismus (διδ. διατρ.), Köln 1968. Πρβ. Al. Cameron, Callimachus and his Critics, Princeton 1995, 297-300.
[45]. Βλ. J. Kroymann, Pausanias und Rhianos, Berlin 1943. Η διδ. διατρ. τής C. Castelli, Riano epico: Messeniaca, (Università degli Studi di Milano, 1993), παραμένει αδημοσίευτη.
[46]. Για τα σωζόμενα αποσπάσματα βλ. F Gr Hist 265 (με σχόλια του F. Jacoby, III a Komm. 87-200).  J. U. Powell, Collectanea Alexandrina, Oxford 1925 (στο εξής: Coll. Alex.), σσ. 9-21. Η. Lloyd-Jones – P. Parsons, Supplementum Hellenisticum, Berlin-N.York 1983, αρρ. 715, 716 (βλ. και 923, 946).
[47]. Κατά την έκδοση Powell, Coll. Alex., σσ. 9-10.
[48]. Μ. Κοκολάκης, «Ριανός ο Κρης, επικός του 3ου π.Χ. αώνος», στο Φιλολογικά μελετήματα εις την αρχαίαν ελληνικήν γραμματείαν, Αθήναι 1976, σσ. 131-132.
[49]. Διεξοδική ανάλυση και συζήτηση των φιλολογικών προβλημάτων από τον Κοκολάκη, «Ριανός ο Κρής», ό.π. (προηγ. σημ.), σσ. 129-162.
[50]. Βλ. A. S. F. Gow – D. L. Page, The Greek Anthology. Hellenistic Epigrams, Cambridge 1965, τ. 1, σσ. 174-176 και τ. 2, σσ. 503-508.  P. Murgatroyd, “The Amatory Epigrams of Rhianus”, EMC 33 (1989) 301-313.  Β. Π. Βερτουδάκης, «Έρευνες στην επιγραμματική ποίηση του Ριανού», Πεπραγμένα 9ου Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου (Ελούντα 2001, υπό έκδοση). 
[51]. Βλ. Chaniotis, “Ein alexandrinischer Dichter und Kreta.”, ό.π. (σημ. 43), σσ. 213-217.
[52]. Τα επιγράμματα αυτά συμπεριλαμβάνονται στη μνημειώδη έκδοση των κρητικών επιγραφών από την M. Gu-arducci (I-IV, Roma 1935-1950). Τα επιτύμβια και στην μεγάλη συλλογή του W. Peek, Griechische Vers-Inschriften. I: Grabepigramme, Berlin 1955. Βλ. και Βερτουδάκης, Epigrammata Cretica, ό.π. (σημ. 16), όπου οι κρητικές έμμετρες επιγραφές εξετάζονται σε συσχέτιση με τα φιλολογικώς παραδεδομένα κρητικής θεματολογίας επιγράμματα της Ελληνικής Ανθολογίας. Ειδικό βιβλίο για τα επιγράμματα αυτά ετοιμάζει ο ισπανός καθηγητής A. Martinez (Epigramas hellenisticos de Creta).
[53]. Βλ. R. Lattimore, Themes in Greek and Latin Epitaphs, Urbana-Illinois 1942 (ανατ. 1962).  E. Griessmair, Das Motiv der Mors immatura in den griechischen Grabinschriften (Commentationes Aenipontanae 27), Innsbruck 1966.  A.-M. Vérilhac, Παῖδες ἄωροι. Poésie funéraire I-II (Πραγματείαι της Ακαδημίας Αθηνών), Αθήναι 1978-1982.
[54]. W. Dittenberger, Sylloge Inscriptionum Graecarum, Leipzig 31915-24 (ανατ. Hildesheim κ.α. 1982), αρ. 1133. Πρβ. Α. Χανιώτης, «Ονειροκρίτες, αρεταλόγοι και προσκυνητές: θρησκευτικές δραστηριότητες Κρητών στην ελληνιστική Αίγυπτο», στο: Α. Καρέτσου (επιμ.), Κρήτη - Αίγυπτος. Πολιτισμικοί δεσμοί τριών χιλιετιών, Ηράκλειο 2000, σ. 211.
[55]. Παυσανίας, 1.34.4.
[56]. Coll. Alex. σσ. 177 κ.ε. (= P. Grenf. I 1 = P. Lit. Lond. 50). Βλ. N. Lewis, Greeks in Ptolemaic Egypt, Oxford 1986, σσ. 88-103 σε συνδυασμό με τον E. G. Turner, Ελληνικοί πάπυροι (μετ. Γ. Μ. Παράσογλου), Αθήνα 1981, σ. 111.
[57]. Βλ. Realencyclopädie 5.2 (1905) 1596-1597, s.v. Dosiadas (1), [Reitzenstein].  Πρβ. Chaniotis, “Ein alexandrinischer Dichter und Kreta.”, ό.π.  (σημ. 43), σσ. 216-217.
[58]. I Cret, I, viii, 11 και I, xxiv, 1.  Ι. Ε. Στεφανής, Διονυσιακοί Τεχνίται, Ηράκλειο 1988, σ. 298, αρ. 1650.
[59]. I Cret, I, viii, 12 .  Στεφανής, Διονυσιακοί Τεχνίται, ό.π., σ. 149, αρ. 777 και σ. 315, αρ. 1758. Πρβ. A. Chaniotis, Historie und Historiker in den griechischen Inschriften, Stuttgart 1988, σσ. 341-342 και 348-349. – Το όλο κλίμα αποτυπώνει με ωραίο τρόπο ο Α. Χανιώτης στο μυθοπλαστικό μεν αλλά ιστορικά τεκμηριωμένο αφήγημά του, «Το πανηγύρι του Λύττιου Κωμάστα», στο: Α. Χ. (επιμ.), Έργα και Ημέρες στην Κρήτη, Ηράκλειο 2000, σσ. 121-158, ιδίως 142 (με βιβλιογραφία, σσ. 462-468).
[60]. Πρβ. Χανιώτης, «Κλασική και ελληνιστική Κρήτη», ό.π. (σημ. 2), σσ. 280-281. Για τα γενικά χαρακτηριστικά της ελληνιστικής ιστοριογραφίας, βλ. H.-J. Gehrke, Ιστορία του ελληνιστικού κόσμου (μετ. Α. Χανιώτης), Αθήνα 2000, σσ. 143-144.
[61]. Τα αποσπάσματα στον Jacoby, F Gr Hist 458-467. Αναλυτικά η Α. Στραταριδάκη, “The Historians of Ancient Crete”, Κρ.Χρ. 28-29 (1988-1989) 137-193.
[62]. F Gr Hist 465.
[63]. F Gr Hist 466.
[64]. F Gr Hist 334.
[65]. F Gr Hist 133.
[66]. Τέσσερα έχουν δημοσιευθεί από την Guarducci, I Cret, II, xii [Eleutherna], 31a (το οποίο παρατίθεται εδώ), 31b, 31c και xxx, 4.  δύο από τον Ν. Μ. Βερδελή, «Ορφικά ελάσματα εκ Κρήτης», ΑΕ (1953-54) ΙΙ, 56-60, αρρ. Α-Β, και ένα, από την περιοχή Σφακάκι Παγκαλοχωρίου κοντά στο Ρέθυμνο, υπό δημοσίευση από τον Y. Z. Tzifopoulos, The Dionysiac (-Orphic) Lamellae of Crete. Συνολική εξέταση των κρητικών ελασμάτων σε σχέση με εκείνα που βρέθηκαν εκτός Κρήτης αλλά και με παράλληλες λογοτεχνικές μαρτυρίες κάνει ο Γ. Ζ. Τζιφόπουλος, «Λατρείες στην Κρήτη: η περίπτωση των διονυσιακών-ορφικών ελασμάτων», στο: Α. Α. Αβαγιανού  (επιμ.), Λατρείες στην «Περιφέρεια» του αρχαίου ελληνικού κόσμου, Αθήνα 2002, σσ. 147-171 (με βιβλιογραφία), στον οποίο και βασίζομαι για την πραγμάτευση του θέματος. Για το πιο πρόσφατα δημοσιευμένο ενεπίγραφο (αλλά όχι έμμετρο) χρυσό έλασμα ομόλογου περιεχομένου, βλ. Ι. Gavrilaki – Y. Z. Tzifopoulos, «An “Orphic-Dionysiac” Gold Epistomion from Sfakaki near Rethymno», BCH 122 (1998) 343-355.  
[67]. Η μετάφραση του Τζιφόπουλου, ό.π. (προηγ. σημ.), σ. 154.
[68]. Δεν είναι απολύτως βέβαιο ότι πρόκειται για την Απολλωνία (μεταγενέστερο όνομα της Ελεύθερνας) της Κρήτης. Κατά μίαν άλλη εκδοχή (Αιλιανός, Ποικ.  Ἱστ., 2.31) είναι η ομώνυμη αποικία της Μιλήτου στον Πόντο. Με την Κρήτη την συνδέει ο Στέφανος ο Βυζάντιος (s.v. Ἀπολλωνία).
[69]. Για τα αποσπάσματα βλ. D-K 64. Περαιτέρω: G. S. Kirk - J. E. Raven - M. Schofield, Οι Προσωκρατικοί Φιλόσοφοι (μετ. Δ. Κούρτοβικ), Αθήνα  21990, σσ. 431-446. Θ. Βέϊκος, Οι Προσωκρατικοί, Αθήνα 1985, 208-211. σε Κρητολογικό Συνέδριο, G. D. Sterghiou, “Diogène dApollonie, lancien philosophe de Réthymne”, Πεπραγμένα 3ου Διεθνούς Κρητολογικού Συνεδρίου (1971), τ. 1, εν Αθήναις 1973, σσ. 341-349.
[70]. Prosopographia Ptolemaica 16728.
[71]. Βλ. V. Brochard, Les sceptiques Grecs, Paris 1969, σσ. 241-298. C. L. Stough, Greek  Scepticism, Berkeley – Los Angeles 1969, σσ. 67-105. Τ. Πεντζοπούλου-Βαλαλά, Εισαγωγή στην Φιλοσοφία. Ο αρχαίος σκεπτικισμός, Θεσσαλονίκη  21996, σσ. 207-213. Για τα κείμενα, βλ. πρόχειρα P. Suber – Γ. Αβραμίδης, Οι Σκεπτικοί. Αναγνωστικό της αρχαίας σκεπτικής φιλοσοφίας. Εισαγωγή στον κλασικό Σκεπτικισμό, Θεσσαλονίκη 2003, σσ. 195-235.
[72]. Βλ. S. Spyridakis, Ptolemaic Itanos and Hellenistic Crete, Berkeley 1970. Σ. Σπυριδάκης, «Οι Πτολεμαίοι και η Κρήτη», Αριάδνη 3 (1985) 5-49. S. Kreuter, Außenbeziehungen kretischer Gemeinden zu den hellenistischen Staaten im 3. und 2. Jh.v.Chr., Μünchen 1992, σσ. 17-45.
[73]. Για μαρτυρίες της λατρείας αιγυπτιακών θεοτήτων στην Κρήτη, βλ. R. F. Willetts, Cretan Cults and Festivals, London 1962, σσ. 292 κ.ε..  L. Vidman, Sylloge inscriptionum religionis Isiacae et Sarapiacae, Berlin 1969, αρρ. 159-170.  πρβ. Sporn, Heiligtümer und Kulte Kretas in klassischer und hellenistischer Zeit, ό.π. (σημ. 37), σσ. 169, 339.
[74]. Κυρίως από τον Α. Χανιώτη.  βλ. «Ονειροκρίτες, αρεταλόγοι και προσκυνητές: θρησκευτικές δραστηριότητες Κρητών στην ελληνιστική Αίγυπτο», ό.π. (σημ. 55), σσ. 208-214 και «Ein alexandrinischer Dichter und Kreta.», ό.π. (σημ. 43), σσ. 213-217, απ’ όπου λαμβάνω τις μαρτυρίες. 
[75]. Βλ. παραπάνω, σημ. 57.
[76]. P. Oxy. 1241, ii, 16-17. Prosopographia Ptolemaica 4337.
[77]. Διογ. Λαέρτ., 9.116.
[78]. Chaniotis, “Ein alexandrinischer Dichter und Kreta.”, ό.π. (σημ. 43), σσ. 213-217. Βερτουδάκης, Epigrammata Cretica, ό.π. (σημ. 16), σποράδην, και συγκεφαλαιωτικά σσ. 195-197.
[79]. F Gr Hist 269, απ. 12.
[80]. Διεξοδικά Βερτουδάκης, Epigrammata Cretica, ό.π. (σημ. 16).
[81]. Βλ. R. Merkelbach, Isis Regina – Zeus Sarapis. Die griechisch-ägyptische Religion nach den Quellen dargestellt, Stuttgart – Leipzig 1995, σσ. 225-230. Πρβ. Χανιώτης, «Ονειροκρίτες, αρεταλόγοι και προσκυνητές», ό.π. (σημ. 55), σ. 211.
[82]. Για τα σωζόμενα κείμενα, Ε. Heitsch, Die griechischen Dichterfragmente der römischen Kaiserzeit, τ. 1, Göttingen 21963, σσ. 24-32. Για τη μεταγραφή της μελωδίας,  E. Pöhlmann, Denkmäler altgriechischer Musik. Sammlung, Übertragung und Erläuterung aller Fragmente und Fälschungen, Nürnberg 1970, σσ. 13-31. Πρβ. West, Αρχαία ελληνική μουσική, ό.π. (σημ. 9), 291-292 και 385-386. Σ. Μιχαηλίδης, Εγκυκλοπαιδεία της αρχαίας ελληνικής μουσικής, Αθήνα 1982 (31999), σσ. 185-186.
[83]. Βλ. M. von Albrecht, Ιστορία της Ρωμαϊκής Λογοτεχνίας, τ. 2 (μετ. Δ. Ζ. Νικήτας), Ηράκλειο 2002, σσ. 1585-1586.
[84]. Συνολική έκδοση του λατινικού κειμένου και των 2 παπυρικών αποσπασμάτων του ελληνικού πρωτοτύπου (P. Tebt. 268 και P. Oxy. 2539) από τον W. Eisenhut, Dictys Cretensis, Ephemeridos Belli Troiani Libri, a Lucio Septimio ex Graeco in Latinum Sermonem Translati (Bibliotheca Teubneriana), Stuttgart-Leipzig 21994.
[85]. Διεξοδική εξέταση του έργου από όλες τις πλευρές (πηγές, παράδοση, λατινική μετάφραση, γραμματολογική ένταξη, παλαιότερη βιβλιογραφία) στον S. Merkle, Die Ephemeris belli Troiani des Dictys von Kreta (Studien zur klassi-schen Philologie, 44), Frankfurt/M 1989. Ελληνική μετάφραση του λατινικού κειμένου καθώς και εξέταση όλων των ζητημάτων από τον Γ. Γιατρομανωλάκη, Δίκτης ο Κρητικός, Εφημερίδα του Τρωικού Πολέμου. Δάρης ο Φρύγας, Ιστορία για την άλωση της Τροίας, Αθήνα 1996.
[86]. Την ελληνική (συνοπτική) μετάφραση, πιθανώς του 14ου αιώνα, εξέδωσαν κριτικά οι Μ. Παπαθωμόπουλος –   E. M. Jeffreys, Ο Πόλεμος της Τρωάδος, Αθήνα 1996.  
[87]. Αναλυτικά για την τύχη του Δίκτυ διαλαμβάνει ο G. Highet, Η κλασική παράδοση (μετ. Τζ. Μαστοράκη), Αθήνα 1988, σσ. 102-110.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου