Παρασκευή, 5 Οκτωβρίου 2012

Εμμανουήλ Δουνδουλάκη, Η ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ ΣΤΟΥΣ ΒΙΟΥΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ

Η ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ ΣΤΟΥΣ ΒΙΟΥΣ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ[1]


του Εμμανουήλ Κ. Δουνδουλάκη, δρ. Θ.
(εκλ. Επικούρου Καθηγητού Α.Ε.Α.Η.Κ.)

Ο όρος «φιλανθρωπία», που αποτελέσει τον άξονα γύρω από τον οποίο θα εκθέσω τα δεδομένα που προκύπτουν από τη μελέτη των βίων των Αγίων, κρύβει μια δυναμική μέσα του· μια κίνηση από το «εγώ», την ατομικότητα και τον εγωκεντρισμό, στο «εσύ», την κοινωνικότητα και τις διαπροσωπικές σχέσεις. Δηλώνει, εμμέσως, δύο πράγματα:
            α. τη θεώρηση του άλλου, του πλησίον, ως ίσου, ομότιμου με εμάς, ή ορθότερα και Αγιογραφικά, «ως εαυτού»,[2] δηλαδή ως κομμάτι του εαυτού μας,[3] της δικής μας ζωής, σύμφωνα με τον άγιο Σιλουανό τον Αθωνίτη,[4] και
            β. την ύπαρξη αγάπης σε κάθε έκφραση της φιλανθρωπίας, εφόσον φιλάνθρωπος είναι εκείνος που αγαπά τους άλλους, κινείται φίλια προς εκείνους και λειτουργεί ευσπλαχνικά[5]. Ο ιερός Χρυσόστομος προσθέτει ότι «φιλάνθρωπος (εστίν) … ο τους παρ’ ετέρων πληγέντας ιώμενος»[6], δηλαδή, «φιλάνθρωπος …. είναι εκείνος που θεραπεύει, αυτούς που πληγώθηκαν από άλλους»[7].
            Η φιλανθρωπία, η οποία συνδέεται με τη φιλοθεΐα,[8] είναι όρος ευρύτερος της ελεημοσύνης.[9] Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η πρώτη αποτελεί το περιέχον και η δεύτερη τμήμα του περιεχομένου της, διότι η ελεημοσύνη κινείται, συνήθως, -και κυρίως-, σε πρακτικό επίπεδο, δηλαδή, στην κάλυψη των αναγκών του πάσχοντος[10] συνανθρώπου μας. Τόσο η ελεημοσύνη, όσο και η φιλανθρωπία, θεραπεύουν, -σύμφωνα με τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή[11] και τον ιερό Δαμασκηνό,[12] αντίστοιχα-, το θυμικό μέρος[13] της ψυχής, δηλαδή τα πάθη της ασπλαχνίας, του μίσους, της ασυμπάθειας, της μνησικακίας, του φθόνου, κ.ά. Κι ενώ, ακόμη και η ελεημοσύνη θα πρέπει να αποτελεί έκφραση της αγάπης και, σύμφωνα με τον άγιο Δωρόθεο Γάζης[14] να εξωτερικεύεται, θεωρώντας τον αποδέκτη της, ως αναπόσπαστο μέλος του σώματός μας, εντούτοις δεν συμβαίνει πάντοτε αυτό. Δυστυχώς, ως κίνητρο για την ελεημοσύνη είναι, πολλές φορές,  απλά ο οίκτος, ή ο εγωκεντρισμός,[15] και όχι η αγάπη. Για να καταδείξω τη συγκεκριμένη πραγματικότητα, θα σας υπενθυμίσω το ακόλουθο Παύλειο χωρίο, το οποίο έχει ληφθεί από τον Παροιμιαστή,[16] της Παλαιάς Διαθήκης. Σημειώνεται στην Προς Ρωμαίους επιστολή: «εάν πεινά ο εχθρός σου, ψώμιζε αυτόν· εάν διψά, πότιζε αυτόν· τούτο γαρ ποιών άνθρακας πυρός σωρεύσεις επί την κεφαλήν αυτού…».[17] Μια πράξη ελεημοσύνης, η οποία έχει, ως στόχο να δημιουργήσει αίσθημα ντροπής και τύψεων στον αποδέκτη της, -όπως επεξηγείται το παραπάνω χωρίο από τον ιερό Αυγουστίνο και τον Ωριγένη-,[18] δεν είναι δυνατόν να συγκριθεί με την πράξη της φιλανθρωπίας, που προϋποθέτει την αγάπη.
            Μετά τα σύντομα αυτά διευκρινιστικά, θα μπορούσε κάποιος να σημειώσει ότι η προσέγγιση του ζητήματος της φιλανθρωπίας, στους βίους των αγίων, καταδεικνύει ότι η εν λόγω διάθεση, η οποία εξωτερικεύεται με έργα αγάπης, αποτελεί μίμηση της σταυρικής θυσίας του Κυρίου και της ευεργεσίας Του προς τον άνθρωπο, καθώς και παράδειγμα - υπόδειγμα για τη σύγχρονη εκκλησιαστική πραγματικότητα.
            Στους βίους των αγίων καταχωρίζονται πλείστα όσα παραδείγματα φιλανθρωπίας, των οποίων, ακόμη και η αναφορά τους, θα απαιτούσε πολύ χρόνο. Δεν είναι στις προθέσεις μας να προβούμε σε μια τέτοια διαδικασία. Αυτός, εξάλλου, είναι και ο λόγος για τον οποίο θα περιορίσουμε την παρουσίασή μας μονάχα σε ένα από τα κύρια Συναξαριακά κείμενα του 10ου μ.Χ. αιώνος, το «Βασιλειανό Μηνολόγιο».[19] Το εν λόγω κείμενο συντάχτηκε κατ’ εντολήν του αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄ του Βουλγαροκτόνου[20] (976-1025), και αποτελεί μία από τις πηγές, για τη συγγραφή των βίων των αγίων, σε μεταγενέστερα Συναξάρια και Μηνολόγια. Απλά υπενθυμίζουμε ότι οι βίοι των αγίων, στο Βασιλειανό Μηνολόγιο, ανέρχονται σε 790, είναι σύντομοι και καταλαμβάνουν έκταση 615 στηλών (ελληνικό και λατινικό κείμενο).
            Η διερεύνηση του φιλάνθρωπου πνεύματος,[21] στους βίους των αγίων που καταχωρίζονται στο κείμενο αυτό, δεν είναι απλή υπόθεση, καθώς η φιλανθρωπία δεν εκφράζεται μονοδιάστατα. Ειδικότερα, άλλοτε συνδέεται με θεραπείες ασθενών και άλλοτε με αναστάσεις νεκρών, οι οποίες έχουν άμεση επίπτωση στις ανθρώπινες σχέσεις. Δεν απουσιάζουν, επίσης, περιπτώσεις στις οποίες ο άγιος σταματά τη ροή ενός ποταμού, ή άλλου υγρού στοιχείου, κινούμενος από φιλάνθρωπα αισθήματα, προβαίνει σε πράξη δρακοντοκτονίας, αναδεικνύεται ως δαιμονοκαταλίτης, επισιτίζει, ενδύει και περιθάλπει, ευπαθείς, κοινωνικά, ομάδες, ανακουφίζοντάς τες, κινούμενος πάντοτε φιλανθρώπως.
            Στην πρώτη περίπτωση, της θεραπείας των ασθενών από αγίους, θα μπορούσαμε να μνημονεύσουμε τις περιπτώσεις των αγίων Αναργύρων Κοσμά και Δαμιανού,[22] -και τις τρεις ομώνυμες «συζυγίες»-,[23] καθώς επίσης και τους: όσιο Πατάπιο[24] (9/12), άγιο Παρθένιο Λαμψάκου[25] (7/2), άγιο Θεράποντα,[26] κ.ά. Οι μέθοδοι θεραπείας[27] των ασθενών στις παραπάνω περιπτώσεις, καθώς επίσης και σε άλλες που θα σημειώσουμε αμέσως, ποικίλουν. Η ίαση επιτυγχάνεται είτε διά της αφής του ασθενούς, είτε με τη χρήση ιερών αντικειμένων, χορήγησης φαρμάκων, σχηματισμού του σημείου του σταυρού στο πάσχον μέλος, ακόμη και με την αξιοποίηση ιερών λειψάνων. Ενδεικτικά θα μπορούσε κάποιος να σημειώσει την περίπτωση του αγίου μάρτυρος Επιμάχου[28] ο οποίος βλέποντας, μονόφθαλμη κόρη να θρηνεί, κατά την ώρα του μαρτυρίου του, κινείται φιλάνθρωπα προς εκείνη και λαμβάνοντας εκ του αίματος που έρεε από το σώμα του, το έσταξε στο μάτι που έπασχε, και η γυναίκα θεραπεύτηκε.
Θα άξιζε, επίσης, να σημειώσουμε και άλλες, ασυνήθιστες, θα λέγαμε, μεθόδους, θεραπείας, οι οποίες, παρουσιάζουν ομοιότητες μεταξύ τους, μολονότι αφορούν διαφορετικούς αγίους. Και οι δύο, αναφέρονται σε θεραπείες που συντελέστηκαν με δέντρο[29] που βλάστησε από το αίμα μάρτυρα. Η πρώτη αφορά μία βελανιδιά και συνδέεται με τον άγιο ιερομάρτυρα Θεράποντα[30] και η δεύτερη, μια συκιά και αφορά το μαρτύριο των αγίων Βοηθαζάτ του Ευνούχου και Σασάνους, και των συν αυτοίς μαρτυρησάντων. Ενδεικτικό είναι το σχετικό κείμενο των τελευταίων αυτών μαρτύρων: «Όπου δε έρρευσε το αίμα αυτών, συκή αναβλαστήσασα, ιαμάτων χάριν παρείχε τοις πιστοίς, θεραπεύουσα πάσαν νόσον, και πάσαν μαλακίαν».[31]
Με φιλάνθρωπα αισθήματα, προς το χειμαζόμενο λαό, αλλά και κατατρόπωση του δαίμονος, συνδέονται και οι πράξεις δρακοντοκτονίας που καταχωρίζονται στο Μηνολόγιο που πραγματευόμαστε, όπως οι περιπτώσεις των αγίων Τιμοθέου[32] επισκόπου Προύσης[33],  Υπατίου επισκόπου Γάγγρων,[34] μεγαλομάρτυρος Θεοδώρου του Τύρωνος,[35] και μάρτυρος Μαρίνης[36]. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι στα ονόματα των δρακοντοκτόνων αγίων, που μόλις αναφέραμε, δεν συμπεριλάβαμε τον άγιο Γεώργιο, αφενός διότι δεν καταχωρίζεται τέτοια πληροφορία στο Βασιλειανό Μηνολόγιο,[37] ή στο σύγχρονό του, το Συναξάριο της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως,[38] και αφετέρου διότι η σχετική παράδοση, ως προς το μεγαλομάρτυρα, δεν απαντάται στην Αγιολογική παράδοση ή εικονογραφία, πριν από το 12ο αιώνα.[39]
Στο Μηνολόγιο, καταχωρίζονται αρκετές περιπτώσεις στάσης[40] του υγρού στοιχείου, θαλάσσης, ποταμού, ή λίμνης, από αγίους, στις οποίες δεν είναι δύσκολο να εντοπιστεί το φιλάνθρωπο πνεύμα, η φροντίδα για το ποίμνιο. Θα μπορούσε κάποιος να μνημονεύσει τις περιπτώσεις των δικαίων, Μωυσή του Νομοθέτη,[41] στην Ερυθρά Θάλασσα, Ιησού του Ναυή[42] και Ελισαίου[43] στον Ιορδάνη ποταμό. Φιλανθρώπως κινούμενος και ο άγιος Γρηγόριος Νεοκαισάρειας ο θαυματουργός,[44] σταμάτησε τη ροή του ποταμού Λύκου, με το ραβδί του, όταν του το ζήτησαν οι χριστιανοί που κατοικούσαν στις όχθες του και κινδύνευαν από την πλημμύρα. Ακόμη και οι περιπτώσεις της στάσης των υδάτων που συνδέονται με το πρόσωπο του αγίου Σπυρίδωνος,[45] αλλά και του αγίου Μύρωνος, επισκόπου Κρήτης[46], δεν εξυπηρετούν, τόσο κάποια προσωπική ανάγκη, όσο συνδέονται με την άσκηση της διαποίμανσης, την επιτέλεση «έργου αγάπης» προς το συνάνθρωπο.
Στο πνεύμα της φιλανθρωπίας εντάσσεται και η ενέργεια του αγίου Γρηγορίου του Θαυματουργού να αποξηράνει μία λίμνη,[47] προκειμένου να αποτρέψει τη διαμάχη μεταξύ δύο αδελφών, που τη διεκδικούσαν, αλλά και εκείνη του αγίου Μαρτίνου,[48] επισκόπου Ταρακίνης, ο οποίος ανέστησε νεκρό, προκειμένου να καταδειχθεί η συκοφαντία συγχωριανού του, που τον συκοφαντούσε για χρηματικές οφειλές και απέτρεπε τον ενταφιασμό του.
Η φιλανθρωπία ενός αγίου κρίνεται επίσης και από τη διάθεση του να μην επιτίθεται και να μη μνησικακεί προς τον άλλον, έστω και αν εκείνος τον έχει βλάψει. Στην κατηγορία αυτή θα μπορούσε να αναφέρει κάποιος τρία παραδείγματα, τα οποία καταχωρίζονται στο Βασιλειανό Μηνολόγιο. Το πρώτο αφορά τον επίσκοπο Γορτύνης άγιο Ευμένιο, τον θαυματουργό, ο οποίος ήταν τόσο φιλάνθρωπος και ελεήμων, που δεν υιοθετούσε την ετεροκρισία, ή τη διαβολή, την κατάκριση προς τους άλλους. Κάθε φορά που του μετέφεραν  λόγια για κάποιον, θεωρούσε ότι το πταίσμα του άλλου υπήρξε δικό του παράπτωμα, και θλιβόταν διπλά. Είναι αυτό που είπαμε και στην αρχή, θεωρούσε τον πλησίον του ως κομμάτι της ίδιας της ύπαρξής του.
Το δεύτερο παράδειγμα συνδέεται με τον άγιο μάρτυρα Άζη,[49] επίσης θαυματουργό. Σύμφωνα με τα Αγιολογικά κείμενα, ο πρώην στρατιώτης, Άζης, λειτούργησε φιλάνθρωπα προς τους στρατιώτες, που έστειλε ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός για να τον συλλάβουν. Όταν εκείνοι υπέφεραν από τη δίψα, κατά την πορεία τους, για να τον παραδώσουν στο διώκτη, εκείνος, δεν λειτούργησε μνησίκακα, αλλά, αφού προσευχήθηκε, έκανε και ανάβλυσε πηγή, στην έρημο και ξεδίψασαν.
Κορυφαία πράξη φιλανθρωπίας, ανεξικακίας και ελέους, αποτελεί και το περιστατικό που συνδέεται με τον άγιο ιερομάρτυρα Ευσέβιο Σαμοσάτων. Σύμφωνα με τη Συναξαριακή παράδοση, αλλά και τον ιστοριογράφο Θεοδώρητο Κύρου,[50]  καθώς ο επίσκοπος βρισκόταν στην πόλη Δολίχη[51] της Συρίας (σήμερα: Τέλ Ντουλούκ)[52] και διέσχιζε τους δρόμους της, μία γυναίκα, οπαδός της αίρεσης του Αρειανισμού, πέταξε ένα βαρύ κεραμίδι προς το μέρους του και τον χτύπησε στο κεφάλι. Λίγο πριν ξεψυχήσει ο άγιος, ζήτησε από τη συνοδεία του να υποσχεθούν ότι δεν θα κατεδίωκαν την ένοχη γυναίκα. Απέδειξε, έτσι, εμπράκτως, ο άγιος, ότι μιμείται το παράδειγμα του Κυρίου στο σταυρό, ο Οποίος συγχώρεσε τους σταυρωτές Του, αλλά και το ανάλογο περιστατικό του πρωτομάρτυρος και αρχιδιακόνου Στεφάνου.
Κύρια έκφραση της φιλανθρώπου διαθέσεως ενός ατόμου, προς το συνάνθρωπό του, αποτελεί η προσφορά, η ελεημοσύνη, η οποία εκφράζεται είτε με τη φιλοξενία και παροχή στέγης στον ανέστιο και άστεγο, είτε με την ένδυση του «γυμνού», -κατά τη γνωστή έκφραση του Ευαγγελίου,[53] είτε με τον επισιτισμό του «πεινώντα, κ.ά.
Οι Βίοι των αγίων κατακλύζονται από περιστατικά που αφορούν καθεμία από τις παραπάνω περιπτώσεις, κυρίως εκείνες που συνδέονται με τη διανομή του πλούτου,[54] στους φτωχούς, από μέρους των αγίων. Ενδεικτικά είναι τα ακόλουθα περιστατικά.
            Μεταξύ των βίων των αγίων που καταχωρίζονται στο Βασιλειανό Μηνολόγιο, είναι και του μακαρίου Φιλαρέτου του Ελεήμονος.[55] Η φιλανθρωπία και ελεημοσύνη του, υπήρξε παροιμιώδης, όπως διαπιστώνουμε από τις πηγές. Βέβαια, είναι εύκολο να διανέμει κάποιος αγαθά, όταν τα έχει σε αφθονία, όμως η προσφορά, εκ του υστερήματος, είναι πράξη αγάπης και θυσίας για το συνάνθρωπο. Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να εντάξουμε, μεταξύ των άλλων, και την ενέργεια του αγίου να χαρίσει στο γείτονά του, το ένα από τα δύο βόδια που είχε για να οργώνει τα χωράφια, όταν ψόφησε το ζώο του γείτονα[56].
            Με το όνομα του οσίου Σαμψών του Ξενοδόχου[57] συνδέεται και ο ομώνυμος ξενώνας που ανοικοδομήθηκε, με εντολή και έξοδα του αυτοκράτορα Ιουστινιανού, κατόπιν θεραπείας του, από τον όσιο. Το λαμπρό αυτό οικοδόμημα, το οποίο διηύθυνε ο άγιος, δεν λειτουργούσε μονάχα ως θεραπευτική μονάδα των πασχόντων αδελφών, με εξειδικευμένο, μάλιστα, ιατρικό προσωπικό, αλλά και χορηγούσε τροφή και ρουχισμό σε ξένους και ενδεείς.[58]     
Φιλάνθρωπη διάθεση και έκφραση αγάπης προς τον πάσχοντα αποτελεί και το γεγονός ότι σε αρκετά Αγιολογικά κείμενα εμφανίζονται οι άγιοι όχι μονάχα να προσφέρουν ρουχισμό στον φτωχό και γυμνό συνάνθρωπο, αλλά και να αφαιρούν μέρος των ενδυμάτων τους, ή ακόμη και τα ενδύματά τους, -όταν δεν έχουν να του προσφέρουν κάτι-, προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες του και να τον ανακουφίσουν. Θα αρκεστώ να σημειώσω μονάχα δύο σχετικά περιστατικά από το Μηνολόγιο που πραγματευόμαστε. Το πρώτο έχει ληφθεί από το Βίο του αγίου Μαρτίνου Επισκόπου Ταρακίνης ή Φραγγίας[59], ο οποίος έζησε την εποχή του αυτοκράτορος Ιουλιανού του Παραβάτη. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες των πηγών, όταν κάποτε είδε ένα φτωχό, χωρίς ενδύματα, τόσο πολύ τον συγκλόνισε η εικόνα του ενδεούς αδελφού,  ώστε έκοψε τη μισή χλαμύδα του και την έδωσε στον συνάνθρωπό του.[60]
            Η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση της κατηγορίας αυτής, εντοπίζεται στο Βίο του αγίου Μαρκιανού, πρεσβυτέρου και οικονόμου της Μεγάλης Εκκλησίας. Η φιλανθρωπία και φιλοπτωχία του εν λόγω αγίου υπήρξε παροιμιώδης. Σύμφωνα με το Μηνολόγιό μας, ο άγιος έβγαλε τα ενδύματά του και τα πρόσφερε σε κάποιον που ζητούσε ελεημοσύνη, ενώ ο ίδιος έμεινε με την ιερατική στολή του.[61] Το περιστατικό έλαβε χώρα σε στιγμή που ο άγιος δεν είχε να του προσφέρει κάτι. Το σχετικό κείμενο, έχει ως εξής: «τοσούτον δε ήν ελεήμων, (ο άγιος) ως εν μια λιτανεύων, πτωχώ ζητήσαντι, μηδέν έχων δουναι, εκβαλών δέδωκε το ιμάτιον, όπερ εφόρει· αυτός δε κατελείφθη γυμνός, μετά μόνης της ιερατικής στολής· και εφαίνετο τω κλήρω χρυσήν στολήν φέρων».[62]
            Θα κλείσω τις αναφορές μου στους Βίους των Αγίων, από το Βασιλειανό Μηνολόγιο του 10ου αιώνος,  με εστίαση στο ζήτημα του επισιτισμού, το οποίο και θα μας δώσει το έναυσμα να υπογραμμίσουμε κάποια πράγματα που συνδέονται με τη σύγχρονη πραγματικότητα. Σε πολλούς βίους εμφανίζονται οι άγιοι να προσφέρουν τροφή σε πεινώντες, ενώ σε περιόδους που η κοινωνία χειμάζεται και ξεσπά σιτοδεία, εκείνοι διοργανώνουν διανομή τροφίμων και προσφέρουν βοήθεια στους ενδεείς.
Πολλοί άγιοι της Εκκλησίας μας, όπως ο άγιος Σπυρίδωνας και ο Μέγας Βασίλειος, θα μπορούσαν να μνημονευτούν στην κατηγορία αυτή. Εμείς όμως θα στρέψουμε τη σκέψη μας στον άγιο Γρηγόριο πάπα Ρώμης το Διάλογο. Από τα δεκάδες παραδείγματα φιλανθρωπίας και φιλοπτωχείας που καταχωρίζονται στο Βίο του, ξεχωρίζουν τα ακόλουθα δύο: το πρώτο αφορά τη δοκιμασία της φιλανθρωπίας του από το Θεό, ο Οποίος απέστειλε άγγελο, με μορφή ναυαγού, για να διαπιστώσει το βαθμό της ελεημοσύνης του. Το δεύτερο συνδέεται με την καθημερινή προσφορά τροφής και στήριξης, σε δώδεκα πτωχούς.[63]
            Όσα σημειώσαμε μέχρι τώρα, από τους βίους των αγίων, είναι δυνατόν να εντοπίσουμε παράλληλά τους και στη σύγχρονη πραγματικότητα. Σήμερα που το ανθρώπινο πρόσωπο συμπιέζεται και εξοβελίζεται υπό το βάρος των οικονομικά ισχυρών και η κρίση των αξιών (κάθε μορφής), προβληματίζει τους πάντες, η Εκκλησία, δίνει το δική της μαρτυρία, μιμούμενη τη φιλανθρωπία της Κεφαλής της, του Χριστού, και καθοδηγούμενη από το παράδειγμα των αγίων της. Χωρίς να διαγράφει τον κύριο ρόλο της, ο οποίος είναι αγιαστικός και μεταμορφωτικός, εντούτοις, ουδέποτε λειτούργησε μονοφυσιτικά, δηλαδή μονάχα ως πνευματική κοινωνία, που δεν έχει σχέση με τα προβλήματα της καθημερινότητας. Η Εκκλησία «είναι πάντοτε συνυφασμένη με την καθημερινή ζωή»,[64] γι’ αυτό και τα προβλήματα της φτώχειας, της υγείας, της κοινωνικής ακαταστασίας, τα αισθάνεται ως δικά της προβλήματα. Βέβαια, αυτό δεν σημαίνει, σε καμία περίπτωση ότι υποκαθιστά, με τη μέριμνά της, τους κοινωνικούς θεσμούς.
Η φιλανθρωπία της Εκκλησίας προϋποθέτει να βλέπουμε τον άλλο, ως ίσο προς εμάς, ή ακόμη ορθότερα και Αγιογραφικά, «ως εαυτό» μας, όπως διαπιστώσαμε ότι το βίωνε ο άγιος Ευμένιος Γορτύνης, αλλά και πλείστοι όσοι άγιοι της Εκκλησίας μας. Η φιλανθρωπία, η οποία εξωτερικεύεται με έργα, προϋποθέτει την ύπαρξη αγάπης, τη διάθεση κατανόησης της αδυναμίας του άλλου και συνάμα της επιθυμίας να γίνουμε «Κυρηναίοι» του σταυρού του. Το τελευταίο γίνεται αντιληπτό μονάχα εφόσον συνειδητοποιήσουμε αυτό που λέει ο Απόστολος Παύλος, ότι «(Η)μείς εστέ σώμα Χριστού και μέλη εκ μέρους. Και» «…είτε πάσχει έν μέλος, συμπάσχει πάντα μέλη…»[65]
Η διακονική[66] παρουσία της Εκκλησίας στον κόσμο, είναι δεδομένη. Η ελεημοσύνη, βέβαια, δεν θα πρέπει να προσφέρεται άκριτα και απροϋπόθετα, κυρίως σήμερα. Ακόμη και ο ίδιος ο Χριστός, διερευνούσε τις προθέσεις του ατόμου, τις ανάγκες του, πριν προβεί σε «έργα αγάπης», προς εκείνο, που απέρρεαν από τη φιλανθρωπία Του. Υπό αυτό το πνεύμα, αυτό, η Εκκλησία, γενικά, κάθε τοπική Εκκλησιαστική κοινότητα, ειδικότερα, κινείται φιλάνθρωπα και ευεργετικά, υπηρετικά, θα λέγαμε, προς τα μέλη της.
Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να αναφερθώ και στους αποδέκτες των έργων αγάπης της φιλανθρωπίας. Σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο το Σιναΐτη, εκείνος ο οποίος δέχεται τα έργα αυτά, οφείλει να το πράττει κατά επτά τρόπους: Ο πρώτος και δεύτερος είναι να ζητά και να δέχεται τα μονάχα τα απαραίτητα. Ο τρίτος είναι ότι εκείνα που του δίνουν, πρέπει να τα δέχεται σα να προέρχονται από το Θεό. Ο τέταρτος είναι ότι πρέπει να έχει εμπιστοσύνη στο Θεό και να πιστεύει ότι Εκείνος είναι ο μισθαποδότης. Στον πέμπτο «τρόπο», υπενθυμίζεται ότι θα πρέπει να είναι εργάτης των εντολών. Ο έκτος, να μην γίνεται παράχρηση εκείνων που του δίνουν και ο έβδομος, να λειτουργεί και ο ίδιος φιλάνθρωπα προς τους άλλους και να μην είναι φειδωλός στις προσφορές του, αλλά οικτίρμων. Σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο το Σιναΐτη, εφόσον ο αποδέκτης των έργων της φιλανθρωπίας συμπεριφέρεται κατ’ αυτόν τον τρόπο, στο ζήτημα αυτό, θα είναι χαρούμενος, καθώς θα αισθάνεται ότι οι ανάγκες του οικονομούνται όχι από τους ανθρώπους, αλλά από τον ίδιο το Θεό.[67]



[1] Συντετμημένη μορφή ομιλίας που εκφωνήθηκε στην Ιερά Μητρόπολη Αρκαλοχωρίου, Καστελλίου & Βιάννου, στις 29/ 01/2012.
[2] Μθ. 22, 39. Ενδεικτικά για την ανάλυση του χωρίου, βλέπε: Μ. Γρινιεζάκη (αρχιμ.), Η δύναμη της συγνώμης,. Κένωση και φιλανθρωπία στις ανθρώπινες σχέσεις, εκδ. Εν πλω, Αθήνα 2010, σσ. 99-110.
[3] Γ. Μαντζαρίδη, Εισαγωγή στην Ηθική. Η Ηθική στην κρίση του παρόντος και την πρόκληση του μέλλοντος, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 31995, σ. 63.
[4] Μ. Γρινιεζάκη (αρχιμ.), ό.π., σ. 108.
[5] Π. Δορμπαράκη, Λεξικό της Νεοελληνικής. Ετυμολογικό, Ερμηνευτικό, εκδ. Σπουδή, Αθήνα 1993, σ. 787.
[6] Ιωάννου Χρυσοστόμου, Εις Ματθαίον, 52, 5 PG 58, 524-525.
[7] B. Χαρώνη,  Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Ιω. Χρυσοστόμου,  τ. Δ΄, Αθήνα 1996, σ. 554.
[8] Μ. Γρινιεζάκη (αρχιμ.), ό.π., σσ. 100-101.
[9] Περί της «ελεημοσύνης», βλέπε: Jean Claude Larchet, Η θεραπευτική των πνευματικών Νοσημάτων, τ.Β΄, μετ. Χ. Κούλας, εκδ. Αποστολική Διακονία,  22009, σσ. 251-264.
[10] Ό.π., σ. 232.
[11] Μαξίμου Ομολογητού, «Πρώτη Εκατοντάδα των κεφαλαίων περί Αγάπης», Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, τ. Β΄, εκδ. Το Περιβόλι της Παναγίας, Αθήνα  31991, σ. 57 (§ 79): «Η ελεημοσύνη θεραπεύει το θυμικό μέρος της ψυχής».
[12] Ιωάννου Δαμασκηνού, «Λόγος ψυχωφελής και θαυμάσιος», ό.π., τ. Β΄, ό.π., σ. 304.
[13] Σύμφωνα με την τριμερή διαίρεση της ψυχής, σε: λογιστικό, θυμικό και επιθυμητικό, με τα αντίστοιχα πάθη. Βλ. Ό.π., σσ. 303-304.
[14] Δωρόθεου Γάζης, Διδασκαλία 14, 157. Βλ. Jean Claude Larchet, ό.π., σ. 258: «ημείς ούτως οφείλομεν ποιείν την ελεημοσύνην […] συμπάσχοντες αλλήλοις ως ιδίοις μέλεσιν».
[15] Γ. Μαντζαρίδη, ό.π., σ. 28.
[16] Παροιμ. 25,2: «εάν πεινά ο εχθρός σου, τρέφε αυτόν, εάν διψά, πότιζε αυτόν· τούτο γαρ ποιών άνθρακας πυρός σωρεύσεις επί την κεφαλήν αυτού,..».
[17] Ρωμ. 12, 20.
[18] Π. Τρεμπέλα, Υπόμνημα εις τας Επιστολάς της Κ. Διαθήκης, τ. Α΄, εκδ. «Ο Σωτήρ», Αθήναι 1989, σ. 187.
[19] Βασιλείου Β΄, Μηνολόγιον Ελληνικόν, PG 117,  21Α-1437Α.
[20] Σύντομα βιογραφικά του αυτοκράτορα Βασιλείου Β΄, βλ. N. Donald, Βιογραφικό λεξικό της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, μετ. Ε. Πιέρρη, εκδ. Ελληνική Εκδοτική, Αθήνα 1993, σσ. 73-75.
[21] B. Χαρώνη,  Παιδαγωγική Ανθρωπολογία Μεγάλου Βασιλείου,  τ. Γ΄, Αθήνα 2004, σ. 510.
[22] Βασιλείου Β΄, ό.π., PG 117, 113B.
[23] Κ. Κονταξόπουλου, Άγιοι Ιατροί της Ορθοδοξίας, εκδ. Καρδιάς,  Αθήνα χ.χ., σσ. 30-31.
[24] Βασιλείου Β΄, ό.π., PG 117, 197B.
[25]Ό.π., PG 117, 301Α.
[26] Ό.π., PG 117, 476Α.
[27] Ενδεικτικά περί της θεραπείας των ασθενών στους βίους των αγίων, βλ. Α. Σαραντουλάκου, Η θεραπευτική των αγίων σε αγιολογικές διηγήσεις μέχρι του 8ου αιώνα, εκδ. Γρηγόρης, Αθήνα 2010, σσ. 253.
[28] Βασιλείου Β΄, ό.π., PG 117, 133D-136Α.
[29] Για την παρουσία των φυτών στην Αγιογραφική και Αγιολογική Γραμματεία και στην Υμνογραφία, βλ. Τ. Ματθαιάκη (ιεροδ.), Το Πράσινον εν τη Αγία Γραφή, Αθήναι 1939, σσ. 100· Β. Καλλιακμάνη (πρωτ.), «Το φυσικό περιβάλλον στην Εκκλησιαστική ποίηση και Υμνογραφία», ΕΕΘΣΘ 13 (2003)143-152· W. Smith, Animals, Birds, and Plants of the Bible, Toronto 1971,  σσ. 40-62.
[30] Βασιλείου Β΄, ό.π., PG 117, 476Α.
[31] Ό.π., PG 117, 172BC.
[32] Ό.π., PG 117, 493Α.
[33] Δ. Κακλαμάνος, Μάρτυρες και Ομολογητές της εποχής του Ιουλιανού, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 2007, σσ. 308-313.
[34] Βασιλείου Β΄, ό.π., PG 117, 160CD.
[35] Ό.π., PG 117,317ΑΒ. Πρβλ. Θ. Δετοράκη, Εισαγωγή στη Σπουδή των Αγιολογικών Κειμένων (Πανεπιστημιακές Παραδόσεις), Ρέθυμνο 1992, σσ. 64-68.
[36] Βασιλείου Β΄, ό.π., PG 117, 548A.
[37] Ό.π., PG 117, 420ΑΒ.
[38] H. Delehaye, Propylaeum Acta Sanctorum. Synaxarium Ecclesiae Constantinopolitanae, Bruxellis 1902, σσ. 623-626.
[39] Θ. Δετοράκη, ό.π., σσ. 62-63.
[40] Αναλυτικά περί του θέματος, βλέπε: Εμμ. Δουνδουλάκη, «‘‘Υδάτων στάση’’ σε βίους αγίων της Ορθόδοξης Εκκλησίας», Ο άγιος Νικήτας, τεύχ, 194 (2007)12-14.
[41] Βασιλείου Β΄, ό.π., PG 117, 32AΒ.
[42] Βασιλείου Β΄, ό.π., PG 117, 24Α.
[43] Ό.π., PG 117, 497C.
[44] Ό.π., PG 117, 165Β.
[45] Ό.π., PG 117, 201D.
[46] V. Latyšev, Menologii Anonymi Byzantini, Leipzig 1970, σ. 259.
[47] Βασιλείου Β΄, ό.π., PG 117, 165Β. Πρβλ. Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου (ιερομ.), Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, τ. Γ΄, εκδ. Ίνδικτος, Αθήναι 2004, σ. 191.
[48] Βασιλείου Β΄, ό.π., PG 117, 156D. Πρβλ. Νικοδήμου Αγιορείτου (μον.), Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του Ενιαυτού, τ. Β΄, εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη, Θεσσαλονίκη 1998, σσ. 105-106.
[49] Βασιλείου Β΄, ό.π., PG 117, 168C.
[50] Θεοδωρήτου Kύρου, Εκκλησιαστική Iστορία, 5, 4, PG 82, 1204CD.
[51] Η. Βουλγαράκη, Καθημερινές Ιστορίες Αγίων και Αμαρτωλών στο Βυζάντιο, εκδ. Μαΐστρος, Αθήνα 22002,  σ. 43·45.
[52] Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου (ιερομ.), ό.π., τ. Ι΄, ό.π., Αθήναι 2008, σ. 262.
[53] Μθ. 25, 43·44.
[54] Ενδεικτικές είναι οι περιπτώσεις των αγίων: μάρτυρος Ευλόγιου, Γεωργίου επισκόπου Μυτιλήνης, Σπυρίδωνος επισκόπου Τριμυθούντος, Ιωάννης Νηστευτής Κωνσταντινουπόλεως,  Ιωακείμ προπάτορος, Ευμενίου Γορτύνης, Ισακίου και Μελετίου επισκόπων της Κύπρου, Σαμψών του Ξενοδόχου, κ.ά. (Βασιλείου Β΄, ό.π., PG 117, 337D· 461A· .201D· 25Β· 37D· 56D·61D·513A).
[55] Ό.π., PG 117, 188ΒC.
[56] Φιλαρέτου (αρχιμ. – καθηγουμένου Λαύρας), Ακολουθία του αγίου και δικαίου Φιλαρέτου του Ελεήμονος, εκδ. Ιερά Μονή Αγίας Λαύρας, Αγία Λαύρα 22008, σσ. 83-85.
[57] Βασιλείου Β΄, ό.π., PG 117, 513Β.
[58] Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου (ιερομ.), ό.π., τ. Ι΄, ό.π., σ. 262.
[59] Βασιλείου Β΄, ό.π., PG 117, 156 C.
[60] Νικοδήμου Αγιορείτου (μον.), ό.π., σ. 105.
[61] Μ. Λαγγή, Ο Μέγας Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αθήναι 82003, σ. 214.
[62] Βασιλείου Β΄, ό.π., PG 117, 249 C.
[63] Βασιλείου Β΄, ό.π., PG 117, 349 D.
[64] Γ. Μαντζαρίδη, Παγκοσμιοποίηση και Παγκοσμιότητα. Χίμαιρα και αλήθεια, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2001, σ. 113.
[65] Α΄ Κορ. 12, 27 · 26.
[66] Γ. Μαντζαρίδη, Εισαγωγή στην…, ό.π., σ. 54.
[67] Γρηγορίου Σιναΐτου, «Κεφάλαια», 7, Φιλοκαλία των ιερών Νηπτικών, τ. Δ΄, εκδ. «Το Περιβόλι της Παναγίας», Αθήνα 21990, σ. 214.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου