Δευτέρα, 16 Απριλίου 2012

Νίκου Ντόντου, Η Ανάσταση της Γυμνής Ζωής. Σχόλιο στη θεολογία του Πάσχα.

Νίκου Ντόντου, Η Ανάσταση της Γυμνής Ζωής. Σχόλιο στη θεολογία του Πάσχα.
Αν προσπαθήσουμε να προσεγγίσουμε τις θεολογικές συνδηλώσεις του πασχάλειου λειτουργικού χρόνου, στον οποίο αυτές τις ημέρες μυσταγωγούμαστε, δύο είναι οι πόλοι πάνω στους οποίους οφείλουμε να εστιάσουμε, εάν βεβαίως αφήσουμε στην άκρη τα φολκλορικώς και εθνικοθρησκευτικώς αυτονόητα: ο Σταυρός και η Ανάσταση. Αυτά όμως που η γλώσσα δεν μπορεί παρά να τα αναπαριστά απομονωμένα και εμείς συνήθως τα προσλαμβάνουμε ως αλληλοδιάδοχα στάδια θρησκευτικών απλώς τελετών, τα συνδέει η χαλκηδόνεια ενότητα (ασυγχύτως, ατρέπτως, αχωρίστως, αδιαιρέτως) του προσώπου του Χριστού. Θεός και άνθρωπος, πάσχων και ανιστάμενος, ένας και ο αυτός. Ο δημιουργός της ζωής σαρκώθηκε, έζησε τη ζωή του ανθρώπου ως τα ακρώρεια του πόνου, ως τον ίδιο τον θάνατο, για να αναστήσει την ελπίδα με τη νίκη του κατεπάνω στο θάνατο.
Ο σκοπός της Ενσάρκωσης φθάνει με το Σταυρό και την Ανάσταση σε μια αξεπέραστη κορύφωση. Η ιστορία όμως δεν τελειώνει εδώ. Συνεχίζεται, αίφνης, ως πορεία του ανθρώπου προς την ενηλικίωση-τελείωση, εκεί που τον κατευθύνει ο Χριστός, ο πλήρης και τέλειος Θεός, ο πλήρης και τέλειος άνθρωπος. Εδώ, σ’ αυτή τη συνέχεια, εντοπίζεται η πραγματικότητα της Εκκλησίας, του Σώματος του Χριστού, που εν Αγίω Πνεύματι φανερώνει στην ιστορία τις συνέπειες του Σταυρού και της Ανάστασης.
Αξίζει να επιμείνουμε στην εικόνα του Θεού, η οποία μας φανερώνεται μέσω του προσώπου του Χριστού. Δεν πρόκειται για ένα Θεό απόμακρο, παντοδύναμο και κυρίαρχο, σύμφωνα με τη θεολογία των σχολαστικών δογματικών εγχειριδίων και της αφελούς κατήχησης.
Αντίθετα, είναι ένας «Θεός της Ιστορίας και του Διαλόγου». Ήδη από το πρώτο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, τη Γένεση, τον βλέπουμε να δημιουργεί την κτίση και να διαλέγεται μαζί της μέσω της «κορωνίδας» της δημιουργίας, του ανθρώπου. Συμπλέκεται με την ιστορική συνθήκη του ανθρώπου και αποκαλύπτει, σε ιστορικά γεγονότα και φυσικά φαινόμενα θεοφανειακά, τον σκοπό, τον προορισμό και το νόημα της ανθρώπινης ζωής. Ο διάλογος αυτός φθάνει στο ανώτερο σημείο του στο ίδιο το γεγονός της πρόσληψης του Ανθρώπου στο πρόσωπο του Υιού και Λόγου του Θεού. Μακριά από τη μεταφυσική υπερβατικότητα του Θεού των φιλοσόφων, «γίνεται ιστορία» και αναδεικνύει απτό και εμπειρικά προσεγγίσιμο στο σώμα Του το όραμα της εσχατολογικής πληρότητας και καθολικότητας.
Είναι, στη συνέχεια, ένας «Θεός της Εξόδου και της Ελευθερίας». Από την κλήση του Αβραάμ: «Έξελθε εκ της γης και εκ της συγγενείας σου…», την έξοδο από τη φαραωνική δουλεία της Αιγύπτου και τη διάβαση-πέρασμα (Peshah-Πάσχα), ως την ύστατη κένωση του Σταυρού, της άρσης του θανάτου και της προσφοράς της αναστάσιμης ζωής, ο Θεός καλεί τον άνθρωπο σε μια έξοδο από τη μοιρολατρία και την τραγωδία της ιστορικής του ζωής. Με το στόμα των Προφητών του καλεί σε σχέσεις ειρηνικές, σχέσεις κοινωνικής δικαιοσύνης και ισότητας, πέραν των υποδουλώσεων στην ειδωλολατρία της κάθε εποχής.
Αντί για ένα Θεό που προκαλεί το φόβο και τον τρόμο, βλέπουμε και πιστεύουμε σε ένα «Θεό της διακονίας και της κένωσης»: «εγώ δέ ειμι εν μέσω υμών ως ο διακονών» (Λουκάς 22:27), σε έναν «Θεό της κοινωνίας», σε έναν Θεό τριαδικό, Θεό της σχέσης και της αλληλοπεριχώρησης, που από πλεόνασμα αγάπης προτείνει τη δική του αγαπητική κοινωνικότητα ως πρότυπο της ζωής του ανθρώπου, σύμφωνα με την αρχιερατική προσευχή του Ιησού: «ίνα ώσιν εν»
Ο Θεός, στο πρόσωπο του Χριστού, ταυτίζεται με τους πεινασμένους και τους διψασμένους, τους εν φυλακή, τους απογυμνωμένους από δύναμη και εξουσία, τους διωκόμενους από τις ποικιλόμορφες εξουσίες. Ταυτίζεται με τα θύματα κάθε μορφής και αντιστρατεύεται τους θύτες, όπως, εκτός από τον Σταυρό, μας το δείχνει με απαράμιλλη σαφήνεια και η παραβολή της τελικής κρίσης (Ματθαίος 25:31-46). Για να χρησιμοποιήσουμε μια έννοια των σύγχρονων φιλοσοφικών αναζητήσεων, ο Χριστός ταυτίζεται με τη «γυμνή ζωή» (Giorgio Agamben), τη ζωή χωρίς θρησκευτικά ή πολιτικά δικαιώματα, τη ζωή που γίνεται αντικείμενο εξουσιασμού και καταπίεσης μέσα στην ιστορία.
Στο Σταυρό της Μεγάλης Παρασκευής απόκειται η μοίρα της «γυμνής ζωής», αλλά στον «κενό τάφο» καταλύεται η απελπισία και ανασταίνεται η ελπίδα του ανθρώπου. Η ιστορία γίνεται πλέον ο χωροχρόνος όπου η αγάπη σταυρώνεται, η βία ηττάται χωρίς αντι-βία, η δύναμη των ισχυρών αναιρείται στην πορεία προς την αναστάσιμη αγαθοτοπία του τριαδικού οίκου, της Βασιλείας του Θεού. Η Βασιλεία του Θεού −που διαστέλλεται ριζικά από κάθε μορφής κοσμική εξουσία, από το βασίλειο του Καίσαρα− είναι το παράθυρο που ανοίγει η Εκκλησία σε αυτό τον άλλο, τον διαφορετικό, τρόπο του βίου.
Είναι αυτονόητο όμως ότι εδώ έχουμε μια διάσταση δυναμική. Δεν πραγματοποιείται η υπέρβαση της ιστορικής τραγωδίας του ανθρώπου μαγικά και μηχανιστικά, δεν αναιρείται με τελετουργίες, αλλά με την πράξη του χριστοποιούμενου ανθρώπου, πράξη κοινωνική, πράξη ιστορική, με εσχατολογική προοπτική. Ο άνθρωπος αναλαμβάνει ένα ενεργητικό, καλύτερα συνεργητικό, ρόλο στην έλευση της Βασιλείας του Θεού, με τη σταυρική συμ-πάθεια και αλληλεγγύη, στο πλευρό των σταυρούμενων θυμάτων, των ελαχίστων αδελφών του Αναστάντος. Δεν αποτελεί η εν Χριστώ ζωή, η Εκκλησία, ένα ατομικό θρησκευτικό δέον, αλλά ζωντανή, ευχαριστιακή, καθολική συναδέλφωση, στην οποία, όταν και όσο πραγματώνεται, φανερώνονται όψεις και σημεία της εσχατολογικής ακεραίωσης.
Η καθολική Ανάσταση, λοιπόν, δεν είναι δεδομένη και στατική θρησκευτική, κατάσταση, αλλά δυναμικά ενεργούμενη έλευση, η οποία εμποδίζεται από την ιστορική κακοήθεια και απανθρωποποίηση. Χρέος του χριστιανού είναι η ανάληψη του Σταυρού εντός της ιστορίας και της κοινωνίας, και η ταύτιση με τα πρόσωπα των διωκόμενων και κακοποιούμενων εικόνων του Χριστού. Με όρους σύγχρονους, η ταύτιση με την απανθρωποποίηση και γκεττοποίηση των μεταναστών, των κοινωνικά και οικονομικά αποκλεισμένων, των εκμεταλλευόμενων γυναικών και παιδιών, των ανέργων και των αστέγων, των ψυχικώς ή σωματικώς πασχόντων, των θυμάτων του πολέμου. Εδώ ανακαλύπτουμε την κυρίαρχη σημασία της έννοιας του ευαγγελικού «πλησίον» και της χριστιανικής «αγάπης» με όρους ρεαλιστικούς, μακριά από ακίνδυνους ηθικισμούς και συναισθηματισμούς...
Αν ο Χριστός «διήλθεν ευεργετών και ιώμενος» (Πράξεις 10:38), συμπεραίνουμε ότι τώρα το έργο θεραπείας και ίασης εναπόκειται σε μας, στα μέλη του Σώματός Του, στην Εκκλησία, αν και εφόσον επακολουθούμε «τοις ίχνεσιν αυτού» (Α΄ Πέτρου 2:21). Γίνεται νομίζουμε κατανοητό ότι, για να μετάσχουμε στο Πάσχα και την Ανάσταση, είναι απαραίτητο να υπερβούμε τα είδωλα ενός «ακίνδυνου» για το κοινωνικό κατεστημένο Θεού, με τα οποία έχουμε αντικαταστήσει το ζωντανό Θεό, τον αναστημένο Θεό.
Η πίστη σ’ αυτόν τον αποειδωλοποιημένο Θεό πιστοποιείται εμπειρικά μόνο εφόσον ανακαινίζει την κοινωνικότητα των ανθρώπων στην προοπτική ελεύθερων και αγαπητικών προσωπικών σχέσεων, μακριά από την αγελαία συνύπαρξη των παραδοσιακών κοινωνιών, τον ανέραστο ατομικισμό των νεωτερικών κοινωνιών, αλλά και από την απαλλοτρίωση της αυτονομίας του ανθρώπινου προσώπου σε θεσμούς συγκεντροποίησης της εξουσίας και νομιμοποιημένης βίας ή αποκεντρωμένης βιοεξουσίας και αυτοκρατορικού ελέγχου (Negri-Hardt). Εδώ, στις παραπάνω προϋποθέσεις, βρίσκεται και η απάντηση του Χριστιανισμού στη σύγχρονη εποχή του κενού (Gilles Lipovetsky), η οποία εσχατολογικά υπερβαίνεται στην σταυρική εν Χριστώ κοινωνικότητα του αναστάσιμου σώματος του Χριστού.
Είναι γνωστός ο συμβολισμός της Εκκλησίας ως καραβιού και η θεώρηση του πιστού ως ταξιδιώτη (πάροικος, παρεπίδημος). Το σώμα του Χριστού βρίσκεται in statu viae (καθ’ οδόν, εν πορεία), το τέλμα και ο εφησυχασμός απειλούν την υγεία και την ορθοτόμηση της αλήθειας από το εκκλησιαστικό σώμα, οδηγούν στη θεσμοποίηση, τη θρησκειοποίηση και την αμαρτωλή αδράνεια. Η προφητική κριτική, η εσχατολογική εγρήγορση και συμμετοχή στα εκκλησιαστικά τεκταινόμενα με πνεύμα μετάνοιας και αυτοκριτική διάθεση εμφαίνουν υγεία και πιστότητα στο Χριστό.
Η ταύτιση της Εκκλησίας με τον κλήρο, η ιεροκρατική-θρησκειοποιημένη εκδοχή του Χριστιανισμού, η εξουσιαστική διαίρεση του Σώματος και η μετατροπή του «λαού του Θεού» σε υποταγμένο καταναλωτή θρησκευτικών τελετών και διοικητικών αποφάσεων της ιεραρχίας δεν ήταν η κενωτική βούληση του ιδρυτή της, του αναστημένου Χριστού. Η συνεχής διερώτηση και ο προβληματισμός για την εκκλησιαστική πορεία, εν τέλει η συμμετοχή στη ζωή της εκκλησίας, αλλά και η απόρριψη της ιστορικής κακοήθειας που έχει εισβάλει εντός του εκκλησιαστικού σώματος, αποτελεί χρέος και υπαρξιακή-ιστορική ευθύνη, Σταυρό και Ανάσταση, έξοδο από τη θανατοφορία και πέρασμα σε μια ζωή που αληθεύει αναστάσιμα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου