Δευτέρα, 25 Απριλίου 2011

Soren Kierkegaard. 200 χρόνια από τη γέννησή του.

 

Χριστόφορος Ἐλ. Ἀρβανίτης[1]


Τό κοινωνικό καί ὑπαρξιακό παράδοξο τῆς πίστης στόν Sören Kierkegaard. Μελέτη στό βιβλίο του Ecole du Christianisme

Εἶναι ἀδύνατον νά προσεγγίσει κάποιος τό ἔργο τοῦ Sören Kierkegaard χωρίς προηγουμένως νά ἀναφερθεῖ καί νά ὑπογραμμίσει κάποια γεγονότα ἀπό τή ζωή του. Kierkegaard ζοῦσε, ὅπως φιλοσοφοῦσε καί φιλοσοφία του ἀποτελεῖ τό θεμέλιο τῆς ζωῆς καί τῆς θρησκευτικότητάς του. Πρόκειται γιά μιά σκέψη τόσο γνήσια, πλήρη καί ὁλοκληρωμένη κατά τή προσωπικότητα τοῦ ἴδιου καί τίς συνθῆκες τῆς ἐποχῆς του, ὅσο κατά τόν ἴδιο τρόπο θαυμαστή καί προκλητική.[2] Ἡ ζωή του μέ ἐξαίρεση μιά μικρή διαμονή στό Βερολίνο διαδραματίζεται ἐξ ὁλοκλήρου στήν Κοπεγχάγη. Αὐτό «τό ρίζωμα» δημιουργεῖ ὁπωσδήποτε ἐμπόδια στή «διεθνοποίηση» τῆς σκέψης του. Ἡ Δανία εἶναι πολύ μικρή γιά ἕνα τέτοιο διανοούμενο, φιλόσοφο καί θεολόγο. Συγκρινόμενος ἔτσι μέ ἄλλους διανοούμενους διαπιστώνει κανείς πώς σέ σχέση μέ ἕνα Rousseau, ἕναν Karl Barth ἤ ἕναν Balthasar οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν σέ μιά γλώσσα διεθνή καί ἀποδεκτή ἀπό ὅλη τήν élite τῆς τότε διανόησης, ἐκεῖνος δέν εἶχε τη δυνατότητα τῆς ἄμεσης συζήτησης μέ αὐτούς καί περιοριζόταν ἁπλῶς στήν ἀνάγνωση τῶν ἔργων τους.

Μετά ἀπό ἕνα «ἡρωϊκό» διάλειμμα ( ἡ Δανία ἦταν σύμμαχος τῆς Γαλλίας) ἡ χώρα γνωρίζει στά 1813 μιά βαθιά οἰκονομική κρίση πού τήν ἀναγκάζει νά ἐπιστρέψει στήν ὕφεση καί στή φεουδαρχία. Τό 1813 γεννιέται ὁ Sören Kierkegaard καί εἶναι σημαντικό νά ὑπογραμμισθεῖ ἐδῶ ὅτι παρ΄ὅ,τι μεγαλώνει σέ μιά μικρή ἀγροτική οἰκογένεια ὁ ἴδιος εἶναι ἄνθρωπος τῆς πόλης  καί τό ἔργο του ἀποτελεῖ παράλληλα ἕνα χρονικό τῆς ζωῆς του στήν Κοπεγχάγη. Αὐτό τό ὁποῖο ἐπιβεβαιώνεται μέσα ἀπό τά γραπτά του, κυρίως στήν Journal, εἶναι τό γεγονός ὅτι πράγματι αὐτό πού τόν ἐνδιαφέρει εἶναι ἡ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου, εἶναι ἕνας ὑπαρξιστής διανοούμενος καί ὄχι ἕνας ἄνθρωπος τῆς διανόησης γιά τήν αὐτοπροβολή καί τήν κοινωνική διάκριση.[3]


1. ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

1.1. Ὁ Πατέρας.
Στήν πραγματικότητα, ἡ ἱστορία του Kierkegaard δέν ἀρχίζει ἀπό τή στιγμή τῆς γέννησής του. Γιά νά κατορθώσει κάποιος νά καταλάβει κάποιο σημαντικό γεγονός τῆς ζωῆς του θά πρέπει νά γυρίσει πίσω στήν παιδική ἡλικία τοῦ πατέρα του. Αὐτός γεννήθηκε τό 1756, στά δυτικά τοῦ Juntland, σέ μιά ἀγροτική φτωχή οἰκογένεια. Σέ ἡλικία 12 ἐτῶν ὁ Mikael Pederson, σέ πλήρη ἔνδεια καί κούραση ἀπό τή βοσκή τῶν ζώων, βλασφημεῖ τόν Θεό γιά τή δύσκολη καί σκληρή ζωή πού τοῦ ἐπιφύλαξε. Αὐτή ἡ στιγμή τῆς «ἐπανάστασης» θά σημαδέψει γιά πάντα τό πρόσωπο τοῦ πατέρα του. Καθ’ὅλη τή διάρκεια τῆς ζωῆς τους πατέρας καί γυιός πιστεύουν ὅτι ὑφίστανται τίς συνέπειες αὐτῆς τῆς βλασφημίας. Παραδόξως, ἀπό τή στιγμή ἐκείνη καί μετά ὅλα φαίνεται νά ἀλλάζουν γιά τόν πατέρα του. Ἕνας ἀπό τούς θείους του τόν φέρνει στήν Κοπεγχάγη, μαθαίνει τό ἐμπόριο καί γρήγορα μέσα ἀπό τίς ἱκανότητές του φτιάχνει περιουσία. Σέ ἠλικία 40 ἐτῶν ἀποσύρεται καί μετά τό θάνατο τῆς συζύγου του παντρεύεται τήν ὑπηρέτριά του μέ τήν ὁποία κάνει ἑπτά παιδιά, ἀπό τά ὁποία ἐπέζησαν μόνο τά δύο.

Στίς 5 Μαΐου τοῦ 1813 γεννιέται ὁ Sören Aabye. Εἶναι τό τελευταῖο παιδί. Ἡ μητέρα του εἶναι 44 ἐτῶν καί ὁ πατέρας του 56. «Ὡς παιδί, γράφει ἀργότερα, εἶχα μιά πολύ δύσκολη καί αὐστηρή ἐκπαίδευση ἡ ὁποία μέ ὁδήγησε σέ μιά γεροντική μελαγχολία. Μιά πολύ ἄσχημη κατάσταση».[4] Φαίνεται πώς ὁ πατέρας του ἐνδιαφερόταν  ἀρκετά γιά τήν ἐκπαίδευσή του καί τή μόρφωσή του ὅπως καί γιά τά παιγχνίδια του καθώς πολύ συχνά ἔπαιζε μαζί του. Ἔτσι σ’ ἕνα ἀπό τά παιγχνίδια μέ κάρτες καί γκραβοῦρες τῆς ἐποχῆς ἀφήνει ἀνάμεσα στ’ἄλλα  καί μιά κάρτα πού παρουσιάζει τό Χριστό Ἐσταυρωμένο. Ἡ ἐντύπωση ἡ ὁποία κυριαρχεῖ μέσα του πλέον εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει μέσα ἀπό τήν ἀλήθεια νά ἀπαλλαγεῖ ἀπό τή δυστυχία καί τήν ὕβρι, ἀπό τό ψέμα καί τή δυστυχία πού κυριαρχοῦν στόν κόσμο.[5] Ἡ ἐκπαίδευσή του κινήθηκε μέσα σ’ἕνα πλαίσιο θρησκευτικῆς κατεύθυνσης, ἀλλά ἡ μόρφωσή του εἶχε ἔντονα τά στοιχεῖα τῆς νόησης, τῆς κατανόησης τῶν πραγμάτων, τῆς ἐπινόησης, τῆς φαντασίας καί τῆς ἐφευρικότητας. Κινεῖται μέσα σέ μιά ἀπίστευτη διαλεκτική ἱκανότητα τήν ὁποία συνδυάζει ἐκπληκτικά μέ τήν ὄξυνση τοῦ νοῦ του. Ἡ σκέψη του ἐμπλουτίζεται καθώς ὁ πατέρας του συνηθίζει νά προσκαλεῖ στό σπίτι τους ἀνθρώπους τῆς τέχνης καί οἱ συζητήσεις πού ἀκολουθοῦν ἀποδεικνύουν τή διαλεκτική του ἱκανότητα κατά τήν ἀνάπτυξη τῶν θεμάτων μέ σοβαρά ἐπιχειρήματα ὅσον ἀφορᾶ κυρίως σέ θέματα αἰσθητικῆς.[6]

Πάντως, ἀντίθετα μέ ὅ,τι θά περίμενε κάποιος, αὐτή ἡ στενή σχέση μέ τόν πατέρα του δέν τοῦ δημιουργεῖ αἰσθήματα ἐνοχῆς. Πιστεύει ὅτι ἡ τιμωρία ἀπό τόν Θεό, ὅσο περισσότερο καθυστερημένη εἶναι τόσο πιό ἀλύπητη θά εἶναι.[7] Στά 1834 ὁ Mikaël χάνει τή σύζυγό του. Μέσα σέ πέντε χρόνια χάνει τά πέντε παιδιά του. Αὐτό τό ἀποκαλυπτικό, κατά τή γνώμη του, γεγονός, τόν ὁδηγεῖ στήν ἀπόφασή του νά σταματήσει τίς σπουδές του καί τή φοιτητική ζωή.

Τό θέμα ὅμως τό ὁποῖο παίρνει συγκλονιστικές διαστάσεις στή σκέψη του εἶναι ἡ θυσία τοῦ Ἀβραάμ.[8] Ἡ μοίρα τοῦ Ἰσαάκ φαίνεται σάν νά προσλαμβάνεται ἐλεύθερα ἀπό τόν ἴδιο τόν Sören. Περιγράφει τή θυσία ὡς μιά πράξη ἀπόρρητη πού ἑνώνει καί διαχωρίζει τά πρόσωπα τοῦ δράματος: ὁ Ἀβραάμ ἀγνοεῖ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἰσαάκ ἀγνοεῖ τή σκέψη τοῦ Ἀβραάμ. Τό σημαῖνον τοῦ δράματος ἐκτυλίσσεται μέσα στή σιωπή τῆς ἀγωνίας γιά τό σημαινόμενο.[9] Ἀργότερα στό Point de vue explicatif de mon Oeuvre γράφει: «ἀπόμακρα μέσα ἀπό τίς ἀναμνήσεις μου γεννιέται ἡ σκέψη ὅτι μέσα στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας ὑπῆρξαν δύο ἤ τρεῖς ἄνθρωποι πού θυσιάστηκαν γιά τούς ἄλλους μέ σκοπό νά ἀποκαλύψουν στούς ἀνθρώπους ὅτι ἀκόμη καί ἡ δυστυχία, μερικές φορές, ἀποτελεῖ δῶρο γιά κάποιους ἄλλους. Ἔτσι μόνο μποροῦσα νά κατανοήσω τή μελαγχολία μου καί τό ρόλο μου μέσα ἀπό αὐτήν».[10] Θεωρεῖ  ὅτι ὁ ἴδιος ὀφείλει νά προσπαθήσει γιά τόν ἐξαγνισμό τοῦ πατέρα του παρ’ὅτι ἀργότερα θά «ἀνακαλύψει» ὅτι ὅλη ἡ Δανία χρειάζεται νά λυτρωθεῖ. Πιστεύει ὅτι αὐτή εἶναι ἡ ἀποστολή του καί ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά παράδοξα τῆς κιρκεγκαρντιανῆς σκέψης, ὡς σκέψης μοναδικῶς εὐαίσθητης.

Kierkegaard ὡς μαθητής μένει ἀπόμακρος μέσα στίς σκέψεις του, δέν ἔχει φίλους καί ἀντιμετωπίζει μέ εἰρωνία τόσο τούς συμμαθητές του ὅσο καί τούς καθηγητές του. Σπουδάζει θεολογία στό Πανεπιστήμιο καθώς οἱ θεολογικές σπουδές θεωροῦνται γιά τήν ἐποχή μέρος τῆς οὐμανιστικῆς γνώσης. Παράλληλα σπουδάζει καί φιλολογία. Ἡ δανέζικη θεολογία τῆς ἐποχῆς ἀναπτύσσεται μέ κατεύθυνση τόν ὀρθολογισμό παρ’ ὅτι ἐξακολουθεῖ νά παραμένει πιστή στή διάσταση τῆς ὑπερφυσικῆς ἀποκάλυψης.[11] Κρατᾶ ἀποστάσεις ἀπό τή νεολαία τῆς ἀριστοκρατίας τῆς ἐποχῆς του καί τόν ρομαντισμό πρός μεγάλη λύπη τοῦ πατέρα του. Συναναστρέφεται μέ ἁπλούς νέους τῆς ἐποχῆς του, ἀνάμεσά τους καί ὁ μετέπειτα οἰκουμενικός παραμυθάς Andersen, χρησιμοποιώντας τή θεολογία γιά νά περιγράφει τίς αἰσθητικές καί λογοτεχνικές του ἀντιλήψεις.


1.2. Ἡ μνηστή.
Τό ὅλο ὑπαρξιακό δράμα τοῦ Kierkegaard ἀποκαλύπτεται στό πρόσωπο τῆς μνηστῆς του καθώς τό γεγονός τῶν ἀρραβώνων του ἀποτελεῖ τό σημαντικότερο γεγονός τῆς ζωῆς του.[12] Ἡ διάρκειά τους εἶναι σύντομη. Τόν Ἰούλιο τοῦ 1840 ὁ Kierkegaard ὑποστηρίζει τή διατριβή του μέ θέμα τήν Σωκρατική εἰρωνία. Τόν Σεπτέμβριο τοῦ 1840 ζητᾶ τό χέρι τῆς Régine Olsen. Στίς 11 Ὀκτωβρίου τοῦ 1841 διαλύει ὁριστικά τούς ἀρραβῶνες. Φεύγει γιά τό Βερολίνο καί ἡ Régine μερικά χρόνια ἀργότερα θά παντρευφθεῖ τόν Frédéric Schlegel. Μιά κοινότυπη ἱστορία ἡ ὁποία ὅμως θά ἀφήσει ἀπροσδιόριστες συνέπειες στή ζωή, στή θρησκευτικότητα καί τό ἔργο τοῦ Kierkegaard.[13]

Τό γεγονός εἶναι κατ’ἀρχάς ἀρκετά ἀποκαλυπτικό ὅσον ἀφορᾶ στήν τάση του, στήν κλίση του ἤ καλλίτερα στήν προαίρεσή του γι’αὐτή τήν περίοδο τῆς ζωῆς του. Πιστεύει ὅτι ἀποτελεῖ ἕναν ἀπό αὐτούς πού ὀφείλουν νά ἀρνηθοῦν τήν κατοχή καί τήν κτήση καθώς ἐντάσσει τόν ἑαυτό του στούς μάρτυρες τοῦ ἀπείρου Θεοῦ. Ἔτσι ἡ Régine ἀντίθετα μέ ὅτι κάποιος θά περίμενε δέν ἐξαφανίζεται ἀπό τή ζωή του. Ὁ ἴδιος θά παραδεχθεῖ ἀργότερα ὅτι ὅλο του τό ἔργο ἦταν ἀφιερωμένο σ’αὐτήν, ἀφήνοντάς την γενικό κληρονόμο τῆς περιουσίας του.

Σ’ἕνα κείμενό του τό In Vino veritas διαβάζουμε: «Πολλοί ἄνθρωποι κατόρθωσαν καί ἔγιναν μεγαλοφυίες χάρις σέ μιά νέα γυναίκα, πολλοί ἄνθρωποι ἔγιναν ἥρωες  χάρις σέ μιά νέα γυναίκα, πολλοί ἄνθρωποι ἔγιναν ἅγιοι χάρις σέ μιά νέα γυναίκα΄ ἀλλά κανένας ἀπό αὐτούς δέν ἔγινε μεγαλοφυία ἀπό μιά νέα γυναίκα τῆς ὁποίας ζήτησε τό χέρι, γιατί χάρη σ’αὐτήν δέν ἔγινε παρά ἕνας κρατικός ὑπάλληλος, κανένας δέν ἔγινε ποιητής ἀπό μιά νέα γυναίκα τῆς ὁποίας ζήτησε τό χέρι, ἐπειδή χάρη σ’αὐτήν δέν ἔγινε παρά ἕνας πατέρας΄ κανένας δέν μπόρεσε νά γίνει ἅγιος ζητώντας τό χέρι μιᾶς κοπέλας, ἐπειδή δέ ζήτησε καμιά καί δέν πεθύμησε παρά μόνο μία τήν ὁποία ὅμως δέν κατόρθωσε νά ἀποκτήσει, ὅπως καθένας ἀπό τούς ἄλλους πού κατόρθωσαν νά γίνουν μεγαλοφυίες, ἥρωες ἤ ποιητές ἐπειδή δέ ζήτησαν τό χέρι μιᾶς νέας γυναίκας».[14] 

Régine παίζει ἕνα ρόλο αὐτοαποκάλυψης τοῦ ἴδιου τοῦ Kierkegaard πρός τόν ἑαυτό του. Εἶναι αὐτή πού κατά κάποιο τρόπο τοῦ μαρτυρεῖ ποιά εἶναι ἡ ἀποστολή του. Ἡ ἀπόφασή του νά ἀφιερωθεῖ στό χῶρο τῆς θρησκευτικῆς ὑπακοῆς, παρ’ ὅτι ὁ ἴδιος μιλᾶ μέ μεγάλη εὐαισθησία γιά τό γάμο καί μέ πολλή σοφία γιά τά καθημερινά προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου, δείχνει ὅτι γνώριζε πολύ καλά τί μέ τήν ἀπόφασή του ἐγκατέλειπε καί ποιά ἐγκατέλειπε. Ἄλλωστε ὁ ἴδιος δέν ἀπαρνήθηκε ποτέ στή ζωή αὐτό τό ὁποῖο ἔζησε μέ ἤ ἐξ αἰτίας τῆς Régine. Τό 1849 τῆς γράφει πρόχειρα ἕνα γράμμα λέγοντας:  «Ναί, ἤσουν ἀγαπημένη, ἡ μοναδική ἀγαπημένη, ἤσουν ἡ πιό ἀγαπημένη τή στιγμή πού ἔπρεπε νά σέ ἀφήσω. Εἶμαι ἀπόλυτα πεπεισμένος ὅτι δέ ζεῖ ἄλλη γυναίκα  στή Δανία γιά τήν ὁποία κάποιος θά μποροῦσε νά μιλήσει μέ τόσα σπουδαῖα λόγια γιά τή ζωή της. Ὅλη ἡ φήμη γύρω ἀπό τ' ὄνομά μου ἐπιστρέφει σέ σένα, ἀνήκει σέ σένα».[15]


1.3. Ὁ ἐπίσκοπος.
 Ὁ ἐπίσκοπος Mynster διαδραματίζει τόσο σημαντικό ρόλο στή ζωή τοῦ Kierkegaard ὅσο ὁ πατέρας του καί ἡ μνηστή του. Ὁπωσδήποτε, ὅμως, ἡ προσωπικότητα αὐτοῦ τοῦ ἱερωμένου ὅπως καί αὐτή τοῦ καθηγητοῦ τῆς Θεολογίας Martensen κυριαρχοῦν κατά τήν τελευταία περίοδο τῆς ζωῆς του.

Μετά τό 1850, παρ'ὅτι ὁ ἴδιος δέν τό ἀντιλαμβάνεται ἤ πιθανόν  νά μή τοῦ δίνει τήν πρέπουσα σημασία, ἐξ αἰτίας τῶν πολλῶν δημοσιεύσεων πού κάνει, ἀποτελεῖ πλέον μέρος τῆς διανόησης τῆς χώρας του. Ἡ προσωπικότητά του σηματοδοτεῖ μιά προφητική διάσταση στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας χωρίς ὅμως νά κατορθώνει τήν ἀφύπνισή της. Γιά τόν ἴδιο ἡ Ἐκκλησία μέσα ἀπό τή θεσμική της ἔκφραση ἀποτελεῖ μέρος μιᾶς ἀντιχριστιανικῆς θέσης καί ἐμπόδιο σέ μιά πηγαία-αὐθεντική παρουσία τοῦ χριστιανισμοῦ. Μέσα ἀπό αὐτές τίς ἀντιλήψεις μπορεῖ νά γίνει κατανοητή ἡ  δημοσίευση τοῦ Indöelse i Christendom τό 1850. Τό βιβλίο πάντως δέν προκάλεσε ρήξη ἀνάμεσα σ'αὐτόν καί τόν ἐπίσκοπο Mynster. Ἀντιθέτως ὁ ἐπίσκοπος ὁ ἴδιος ἔλεγε στόν Kierkegaard: «Δέν ἔχω κανένα δικαίωμα νά σοῦ προσάψω τίς ὁποιεσδήποτε κατηγορίες. Σᾶς τό ἔχω ἤδη πεῖ: δέν βλέπω καμιά ἀσυμφωνία, ὅταν ἀκούω κάθε πουλί νά τραγουδᾶ μέ τό δικό του τρόπο».[16] Πάντως τό βιβλίο δέν ὁδήγησε ὅπως ἤλπιζε ὁ Kierkegaard τόν ἐπίσκοπο σέ μετάνοια καί μεταστροφή.

Ὁ ἐπίσκοπος Mynster δέν εἶναι κάποιος ἄγνωστος γιά τόν Kierkegaard. Εἶναι ὁ ἐπικεφαλής τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας τῆς Δανίας χωρίς ὅμως νά θυμίζει κάτι ἀπό τούς καρδιναλίους τῆς Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι περισσότερο ἕνας ἁπλός καί ἀγνός κοσμικός λουθηρανός ἐπίσκοπος τόν ὁποῖο ὅλοι σέβονταν καί ἐπί πλέον ἕνας παλιός  καλός φίλος τῆς οἰκογένειας  Κierkegaard. Ἡ κριτική ἡ ὁποία ἀσκεῖται στόν Kierkegaard ὅσον ἀφορᾶ στό γεγονός τῆς σύγκρουσής του μέ τόν ἐπίσκοπο δέν ἔχει νά κάνει μέ τήν οὐσία τῆς κριτικῆς του ἀλλά στό ὅτι θά ἔπρεπε νά σεβαστεῖ τόν ἐπίσκοπο ὡς παλιό φίλο τοῦ πατέρα του καί ὡς πνευματικό του πατέρα  στά νεανικά του χρόνια.

Ἡ κατάσταση ὁδηγήθηκε σέ ἀδιέξοδο ἐξ αἰτίας τοῦ ὅτι ὁ ἐπίσκοπος, ἀπό ἔλλειψη γνώσεων καί δυνατοτήτων, δέν καταλάβαινε τίποτε ἀπό αὐτά πού ἔγραφε ὁ Kierkegaard. Ὁ ἴδιος συνεχίζει νά γράφει ἀσταμάτητα, χωρίς νά δημοσιεύει, ἕως ὅτου ὁ θάνατος τοῦ ἐπισκόπου τόν βγάζει ἀπό τό ἀδιέξοδο. Ὁ καθηγητής Martensen στόν ἐπικήδειο του ἀναφέρει: «Ὁ ἐπίσκοπος Mynster ἦταν ἕνας μάρτυρας τῆς ἀλήθειας, ἀποτελοῦσε τό χρυσό κρίκο στήν ἁγία ἁλυσίδα πού ξεκινᾶ ἀπό τούς ἀποστολικούς χρόνους μέχρι τίς μέρες μας».Kierkegaard μπροστά σ’αὐτή τήν κατάσταση ἐκδίδει μιά ἐφημερίδα τήν LInstant  μέσα ἀπό τήν ὁποία ἀσκεῖ ἔντονη κριτική. Κατ’αὐτόν ὁ Mynster δέν εἶναι μάρτυρας τῆς ἀλήθειας, δέν ἔχει μέ τίποτα νά κάνει μέ αὐτούς πού ἔχυσαν τό αἷμα τους γιά τήν ἀλήθεια τοῦ χριστιανισμοῦ, εἶναι ὁ ὑπηρέτης μιᾶς θεσμικῆς ἐκκλησίας ἡ ὁποία ἔχει προδώσει τήν ἀποστολή της, τόν ἱδρυτή της καί Κύριό της.[17]

Ὁ ἴδιος ὁ τίτλος τῆς ἐφημερίδας εἶναι δηλωτικός.[18] Θά μποροῦσε κάποιος νά τόν μεταφράσει σέ μοντέρνα γλώσσα ὡς «ἡ ὥρα τῆς ἀλήθειας», ἡ ὥρα τῶν σημαντικῶν ἀποφάσεων, ἡ τελευταία εὐκαιρία ἤ ἴσως ἡ μοναδική εὐκαιρία ἐπιστροφῆς στόν ὀρθό δρόμο, στό ζῆν ἐν πλήρει ἀληθείᾳ, σέ μιά γνήσια αὐθεντικότητα, σέ καιρό ἐγκατάλειψης τοῦ κόσμου καί τῶν ἀπαιτήσεών του, σέ πορεία μετάνοιας. Linstant θά ἐκδώσει 9 φῦλλα. Τό πρῶτο ἐκδόθηκε στίς 24 Μαΐου τοῦ 1855 καί τό τελευταῖο στίς 24 Σεπτεμβρίου. Ἀποτελεῖ γιά τόν Kierkegaard τή φωνή τῆς συνείδησής του. Εἶναι πλέον μόνος, ρίχνει στή φωτιά τά τελευταῖα του χειρόγραφα. Πεθαίνει στίς 11 Νοεμβρίου. Ὁ θάνατός του ἑρμηνεύεται ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ὑπερβολικῆς κούρασης καί τῆς φθαρμένης ὑγείας του. Ἐκ τῶν ὑστέρων, θά μποροῦσε νά ἑρμηνευθεῖ, χωρίς καμιά διάθεση εἰρωνίας, ὡς ἕνας θάνατος στήν κατάλληλη στιγμή, τήν ὥρα τῆς ἐγκατάλειψης καί τῆς ἀλήθειας, τήν ὥρα τῆς κορύφωσης τῆς ζωῆς του, τήν ὥρα τῆς ἀναζήτησης.

Οἱ τελευταῖες λέξεις στό φίλο του Emil Boesen ἦταν: «Χαιρέτησέ μου ὅλους τούς ἀνθρώπους. Τούς ἀγάπησα ὅλους πάρα πολύ. Πές τους ὅτι ἡ ζωή μου εἶναι ἕνας ἀτέλειωτος, ἄγνωστος καί ἀκατανόητος γιά τούς ἄλλους πόνος. Τά πάντα παρουσιάζονται ὑπερήφανα καί μάταια, ἀλλά δέν ἦταν ἔτσι. Δέν εἶμαι καθόλου καλλίτερος ἀπό τούς ἄλλους, τό ὁμολογῶ καί δέν ὁμολογῶ τίποτε ἄλλο ἐκτός ἀπό αὐτό...».[19] Αὐτές οἱ φράσεις εἶναι δηλωτικές τοῦ ρομαντικοῦ χαρακτήρα τοῦ Kierkegaard, ἑνός χαρακτήρα τελείως προσωπικοῦ, ἐντελῶς ἀνήσυχου, παθιασμένου, πού προκαλεῖ τούς ἀνθρώπους τῶν θεσμῶν καί τῶν ἀξιωμάτων καθώς πιστεύει ὅτι αὐτοί προσβάλλουν καί ὑβρίζουν μέ τή συμπεριφορά τους τόν Ἰησοῦ. Δέν πρόκειται ἐδῶ γιά μιά διανοητική σύλληψη καί συμπεριφορά τυπικῶς κιρκεγκαρντιανή γιατί κατ’ἀρχάς πρέπει νά ὑπογραμμισθεῖ ὅτι κάτι παρόμοιο ἀποτελεῖ προϊόν παραγματικῆς συν-πάθειας. Ὁ Kierkegaard θέτει τήν ἀπαίτησή του γιά ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας στό καθένα προσωπικά. Ἀρνούμενος μιά ἀκαδημαϊκή καριέρα, ἀρνούμενος μιά θεσμική παρουσία μέσα στήν ἐκκλησία, ἀρνούμενος τήν οἰκογενειακή ζωή, ἔδειξε μέ τή ζωή του ποιό ἦταν τό κόστος αὐτῶν τῶν ἀρνήσεων. Ἡ ὁποιαδήποτε θέση ἀπέναντι σ’αὐτές τίς ἐπιλογές ὀφείλει ἐπίσης νά περάσει ἀπό τήν ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας.


2. ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ 
Γιά τή σωστή κατανόηση τοῦ ἔργου του ὀφείλει κάποιος νά προσεγγίσει τή περίοδο μετά τό θάνατό τοῦ πατέρα του καί τή διάλυση τῶν ἀρραβώνων του. Κατ’αὐτή τή περίοδο ὁ Kierkegaard ἀπομακρύνεται ἀπό τούς ἀνθρώπινους δεσμούς καί μόνο οἱ ἀναμνήσεις του τόν κρατοῦν  δεμένο μέ τά ἀγαπημένα του πρόσωπα. Τά πρόσωπα αὐτά ἄλλωστε παίζουν ἕνα καθοριστικό-ἀποκαλυπτικό ρόλο γιά τόν ἴδιο καί τήν ἀποστολή του. Τό ἐρώτημα γιά τήν κυρίαρχη ἀντίληψη στό ἔργο τοῦ Kierkegaard περιπλέκεται μέ ὅλα αὐτά τά γεγονότα τῆς προσωπικῆς του ζωῆς καί τά ὁποῖα ἀποτελοῦν σημεῖα ἀποκαλυπτικά τῶν ὑπαρξιακῶν του ἀναζητήσεων.

Φαίνεται, πάντως, ὅτι αὐτό πού κυριαρχεῖ στό ἔργο του εἶναι τό δραματικό γεγονός τῆς  ἁμαρτίας, ἡ ὁποία σέ συνδυασμό μέ τόν Ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ τῆς θρησκευτικῆς του παιδείας ἀποτελεῖ τή ρήξη, τή διακοπή στό σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος τῆς δραματικῆς συνέπειας τῆς ἁμαρτίας λυτρώνεται μέσα ἀπό τό δράμα τῆς θυσίας τοῦ Ἐσταυρωμένου ὑποχρεώνοντάς τον ὅμως νά προσεγγίσει τήν ἔννοια τῆς ἁμαρτίας θυσιαστικά. Ἡ θυσία τοῦ Σταυροῦ ἀποτελεῖ τό κλειδί τῆς κατανόησης τῶν σχέσεων ἀνάμεσα στούς Mikael, Sören καί Regine. Ὁ Kierkegaard, ὅμως, ἀνακαλύπτει πολύ γρήγορα ὅτι αὐτή ἡ θυσία ἀπαιτεῖ ἕναν ἀδιάκοπο ἀγώνα γιά τήν ἀλήθεια. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ὁ Σωκράτης κατέχει μιά ἐξέχουσα θέση στό ἔργο του. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νά δίνει ἀκόμη καί τή ζωή του γιά τήν ἀλήθεια. Γίνεται κατανοητό ὅτι πέρα ἀπό τίς ὅποιες δυσκολίες πού ἔχει κάποιος πού προσπαθεῖ νά καταλάβει τή σκέψη του, πέρα ἀπό τίς ὅποιες συμπεριφορές του, οἱ ὁποῖες μποροῦν νά χαρακτηρισθοῦν ἀρκετές φορές ὅτι θεληματικῶς ἦταν προκλητικές καί βίαιες, αὐτό τελικά πού μένει εἶναι ὁ ἀγώνας τους γιά τήν ἀναζήτηση τῆς ἀλήθειας, ἕνας ἀγώνας ἐπίπονος καί σκληρός. Ὅλη αὐτή ἡ χαρισματική-πολεμική του δραστηριότητα γιά κριτική προσέγγιση τῶν κατεστημένων καταστάσεων ξεκινᾶ ἀπό ἕνα καί μοναδικό σκοπό: μαρτυρία γιά τήν ἀλήθεια, τήν ὁποία δέν κατέχουμε ἀλλά μᾶς κατέχει, μαρτυρία γιά τόν μοναδικό λόγο τοῦ νά ζεῖ κάποιος ἀλλά καί τό μοναδικό λόγο γιά νά πεθαίνει.

Τό ἔργο του μπορεῖ νά χωρισθεῖ grosso modo σέ τρεῖς μεγάλες κατηγορίες.

2.1. Τά ψευδώνυμα ἔργα του.
-1843. Enten... Ellen: ou bien...ou bien μέ ἴσως καλλίτερο τό l’Alternative. Ὑπότιτλο: un fragment de vie ἀπό τόν Victor Eremita. Kierkegaard περιγράφει ἐδῶ τό αἰσθητικό κομμάτι τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης: μιά μποέμικη ζωή τῆς καρδιᾶς καί τοῦ πνεύματος μέ ἔνταση καί σφροδότητα γιά τόν ἔρωτα, τή μουσική καί τή φαντασία μέσα ἀπό μιά βαθιά τάση μελαγχολίας χωρίς ἐλπίδα. Στό ἴδιο χρονικό διάστημα ἐκδίδει τό le Journal d’ un séducteur  μέσα ἀπό τό ὁποῖο διακρίνει κάποιος μιά ρομαντική ἔκδοση τῶν ἀρραβώνων του μέ τήν Régine. Ἡ ἀνδρική  φιγούρα παίζει μέ τά αἰσθήματα μιᾶς νέας γυναίκας μέσα ἀπό μιά καταπληκτική αἰσθητική λεπτότητα. Κάθε κίνηση πάθους ἀποτελεῖ τήν ἴδια στιγμή ἕνα στρατηγικό πάγωμα τῆς σχέσης, κάθε κίνηση ὑποταγῆς ἐμπεριέχει τήν ἴδια στιγμή μιά ἐκδήλωση σκληρότητας. Στό δεύτερο μέρος ἐγκαταλείπεται τό αἰσθητικό κομμάτι καί ἐπιλέγεται τό ἠθικό, τό ὁποῖο ὁδηγεῖ σέ μιά ἐπιλογή ζωῆς, μιά στράτευση ὅπως εἶναι ὁ γάμος. Ἡ ἀνθρώπινη ζωή ὁλοκληρώνεται μέσα ἀπό τή συνύπαρξη τοῦ χρέους, τῆς εὐτυχίας, τοῦ σεβασμοῦ. Τό ἔργο ὁλοκληρώνεται μέ τό Ultimatum μέσα ἀπό τό πέρασμα στό τρίτο στάδιο τῆς κιρκεγκαρντιανής ἀνθρωπολογίας, αὐτό τοῦ θρησκευτικοῦ. Σ’αὐτό τό στάδιο ὅλη ἡ σιγουριά καί ἡ ἀσφάλεια ἐξαφανίζονται. Ἐπανέρχεται ὡς μία ἐπανἀληψη: «Στό βλέμμα τοῦ Θεοῦ ἔχουμε πάντα ἄδικο». Πρέπει λοιπόν νά ἀποδεχθοῦμε καί νά χάσουμε κάθε ἐλπίδα δικαιοσύνης ἀπό τόν ἄνθρωπο γιά τόν ἄνθρωπο.

--1843: Crainte et tremblement ἀπό Johannes de Silentio.[20] Ἕνα μικρό δοκίμιο γύρω ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Ἀβραάμ κατά τή μοναδική στιγμή τῆς θυσίας τοῦ Ἰσαάκ. Εἶναι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ γεγονότος ὅτι οἱ ἀνθρώπινες σχέσεις δέν ἀπαιτοῦν τό ἀληθινό τους περιεχόμενο παρά μόνο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός ἀποτελεῖ τόν Κύριο τοῦ σημαίνοντος. Ἐνώπιόν του ὅλοι οἱ ἀνθρώπινοι λόγοι ἐξαφανίζονται. Εἶναι τό βαθύ περιεχόμενο, ἡ οὐσία τῆς πίστης. Κατά βάθος ἡ προσέγγιση τοῦ Kierkegaard δέν εἶναι παρά μιά ἑρμηνευτική τῆς ἔκφρασης τῆς Πρός Ἑβραίους γιά τόν Ἀβραάμ: «Πίστει καλούμενος Ἀβραάμ ὑπήκουσεν ἐξελθεῖν εἰς τόν τόπον ὅν ἤμελλε λαμβάνειν εἰς κληρονομίαν... Πίστει παρῴκησεν εἰς τήν γῆν τῆς ἐπαγγελίας ὡς ἀλλοτρίαν... Πίστει προσενήνοχεν Ἀβραάμ τόν Ἰσαάκ πειραζόμενος...».[21]

--1843: La Répétition, essai d’ expérience psychologique ἀπό τόν Constantin Constantius.[22]
Σ’αὐτό τό σύγραμμα θέτει, μέ ἀφορμή τήν ἐμπειρία τῆς κλίσης τοῦ Ἰώβ, τό πρόβλημα τῆς πίστης ὡς δυνατότητα τοῦ νά πιστεύει κάποιος στίς δικές του δυνάμεις, τῆς πίστης πρός τόν Ἄλλο μέσα ἀπό τή προσφορά τῆς ἀγάπης, τῆς πίστης στόν Θεό μέσα ἀπό τήν ἀπόλυτη βεβαιότητα τῆς ὕπαρξής του.

--1844: Miettes philosophiques ou un peu de philosophie ἀπό τόν Johannes Climacus.[23]
Τό ἐρώτημα πού τίθεται σ’αὐτό τό δοκίμιο εἶναι διαχρονικό. «Πῶς μπορεῖ νά εἶναι κάποιος χριστιανός;» Ὁ Kierkegaard θέτει τό παράδοξο τοῦ χριστιανισμοῦ: «Μπορεῖ νά ὑπάρξει ἕνα σημεῖο ἱστορικῆς ἀφετηρίας γιά μιά αἰώνια ἐπίγνωση, γιά μιά ἀπόλυτη αἰωνιότητα; Μποροῦμε νά θεμελιώσουμε τήν αἰώνια εὐτυχία πάνω στήν ἱστορική γνώση;»[24] Μέ διαφορετικό τρόπο, πῶς μπορεῖ κάποιος σήμερα νά γίνει ἕνας αὐθεντικός μαθητής τοῦ Χριστοῦ. Δέν εἶναι πλέον ἡ σχέση τοῦ ἀνθρώπου μέ τήν ἀλήθεια αὐτή πού μετρᾶ ἀλλά ἡ ἀλήθεια αὐτή καθ’ἑαυτή ὡς σχέση. Ὁ Σωκράτης δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἡ εὐκαιρία γιά τούς μαθητές του νά ἀνακαλύψουν τήν ἀλήθεια ὅταν ὁ Χριστός ἀποτελεῖ τήν ὄντως ἀλήθεια. Αὐτός εἶναι ὁ λόγος γιά τόν ὁποῖο ἐμφανίζεται στήν ἱστορία μαζί του μιά νέα διάσταση, ἡ διάσταση τῆς πίστης. Ἡ αὐθεντικότητα τοῦ χριστιανισμοῦ ἀπαιτεῖ τήν πρόσληψη τοῦ παραδόξου ἀρνούμενη τήν ἔκπτωσή της μέσα σ’ἕνα  κάποιο φιλοσοφικό πλαίσιο γιά τό λόγο ὅτι τό παράδοξο καθ’ἑαυτό ἀποτελεῖ σκάνδαλο γιά τή λογική.

--1844: Le Concept d’angoisse, simple méditation psychologique pour servir d’introduction au problème dogmatique du péché originel, ἀπό τόν Virgilius Haufniensis.[25]
Σαὐτό τό ἔργο τοῦ Kierkegaard ἀγωνία δέν προσεγγίζεται οὔτε φιλοσοφικά οὔτε δογματικά. Γίνεται ζητούμενο μιᾶς ὑπαρξιακῆς προσέγγισης. Ὑπαρξιακή καί ὄχι ψυχολογική. Ἀποτελεῖ σημαντικότατη διάσταση τῆς ἀνθρώπινης ἐμπειρίας καί γιαὐτό ἀποτελεῖ ἀντικείμενο τῆς ἰατρικῆς ἔρευνας. ἀγωνία ἐκφράζει ἐκδηλώνει στό ἐπίπεδο τῆς αὐτοσυνειδησίας τοῦ ἀνθρώπου τήν παραφροσύνη τοῦ ἀτόμου τή στιγμή πού τοῦ προσφέρεται ἕνα πλῆθος ἀντιφατικῶν δυνατοτήτων: τό σημεῖο ἐκκίνησης τῆς ἐλευθερίας μας προσδιορίζει τήν ἴδια στιγμή τήν ἐκκίνηση καί τήν ἀφετηρία τῆς ἁμαρτίας καί τῆς ἐνοχικότητας. Σ’αὐτό, τό σημεῖο τῆς διάσπασης, εἶναι πού ὁ ἄνθρωπος ἀναγνωρίζει καί κατανοεῖ τόν ἴδιο του τόν ἑαυτό. Κατ’αὐτό τόν τρόπο ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη εἶναι μιά ὕπαρξη ἐλλειματική καί κατά συνέπεια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καταδεικνύεται καί πάλι ὅτι  ἡ κίνηση καί ἡ δράση του εἶναι σέ πολλές περιπτώσεις ἄδικη.

--1845: Les stades sur le chemin de la vie, δημοσιευμένο ἀπό τόν Hilarius le Relieur.
Παρ’ὅτι πρόκειται γιά ἕνα σύνολο ἀρκετά σύνθετο μέ διαφορετικά γεγονότα καί στοιχεῖα ἐν τούτοις ἀποτελεῖ πιθανόν τό πιό ὁλοκληρωμένο λογοτεχνικό ἔργο τοῦ Kierkegaard. Ἐπαναφέρει τά μεγάλα θέματα τῆς ἀνθρωπολογίας του, τό πρόβλημα τῆς διαφθορᾶς καί τό θέμα τῆς ἐμπειρίας τοῦ τραγικοῦ γιά τόν ἄνθρωπο, ὑποστηρίζοντας ὅτι ἡ μόνη λύση σωτηρίας γιά τόν ἄνθρωπο εἶναι ὁ χριστιανισμός.

--1846: Post-Scriptum définitif et non scientifique aux miettes philosophiques. Révision mimique, pathétique et dialectique. Document existentiel, ἀπό τόν Johanes Climacus. Δημοσιευμένο ἀπό τόν ἴδιο.
Μέ αὐτό τό φιλοσοφικό ἔργο Kierkegaard παίρνει θέση ἀρνητική ἔναντι τῆς φιλοσοφίας τοῦ Hegel. Κατά κάποιο τρόπο ἀποτελεῖ ἕνα πρῶτο «μανιφέστο» τῆς ὑπαρξιακῆς φιλοσοφίας. Ὁ Θεός τῆς βιβλικῆς ἀποκάλυψης εἶναι ἕνας Θεός προσωπικός, δέν εἶναι ὁ Θεός τοῦ συστήματος, ἀλλά ὁ Θεός τοῦ παραδόξου καί τοῦ παραλόγου. Ἡ ἀλήθεια ἐδῶ εἶναι ἕνας ἀγώνας ζωντανῆς, ζώσης ἐμπειρίας. Ὁ χριστιανός πού κατανοεῖ τήν πίστη του δέν μπορεῖ νά εἶναι ἕνας ἐπαγγελματίας διανοητής ἤ ἕνας ὑπεύθυνος ὀργάνωσης ἀνθρωπίνων συστημάτων, ἀλλά ἕνας σκεπτόμενος προσωπικά ἄνθρωπος. Ἡ χριστιανική ὕπαρξη σημαδεύεται ἀπό τήν ἀκλόνητη ὅσο καί θαρραλέα ἀποδοχή τοῦ παραδόξου.

--1846: La maladie à la mort. Exposé psychologique et chrétien pour l’édification et le renouvellement spirituel[26] ἀπό τόν Anticlimacus, δημοσιευμένο ἀπό τόν ἴδιο.
Τό ἔργο αὐτό ἀποτελεῖ μελέτη θρησκευτικῆς ἀνθρωπολογίας  ὁποία προσπαθεῖ νά ἐπιλύσει μέ ὅρους ὑπαρξιακῆς ἀνάλυσης τήν ἐμπειρία τῆς ἁμαρτίας. Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νά κατορθώσει τή συναδέλφωση τοῦ χρόνου μέ τή αἰωνιότητα. Σέ πορεία, μέσα ἀπό τήν πίστη του, πρός τό ἄπειρον τοῦ Θεοῦ, ἐλπίζει νά βρεθεῖ ἐπέκεινα τῆς ἀνθρώπινης ἀπελπισίας.

2.2. Διαλέξεις-Διδαχές.
Κατά τή διάρκεια ὅλων αὐτῶν τῶν χρόνων συγγραφῆς, ἀπό τό Alternative μέχρι τό Traité du Desespoir ἔγραφε καί δημοσίευε κάθε χρόνο μία ἤ περισσότερες συλλογές μέ διαλέξεις περί ἀρετῆς. Ἔγραψε στό σύνολο 88 τέτοιες διαλέξεις καί σ’αὐτές θά πρέπει νά προστεθεῖ τό σημαντικό του ἔργο Les Oeucres de lAmour δημοσιευμένοτό 1847. Ἕνα τέτοιο συγγραφικό ἔργο δέν μπορεῖ νά μήν ληφθεῖ ὑπ’ ὄψιν ἀπό τόν ἐρευνητή γιατί δικαιολογεῖ ἀκόμη καί γιά τόν ἴδιο τόν Kierkegaard μία ἐπιπλέον σημαντικότατη ἐργασία καθώς ὅλο αὐτό τό ἔργο εἶναι δημοσιευμένο μέ τό πραγματικό του ὄνομα.

Φαίνεται ὅτι μέσα σέ ὅλο αὐτό τό ἐπιπλέον ἔργο του ὑπάρχει ἡ ἀνάγκη ἀλλά καί ἡ γοητεία τῆς διδαχῆς καί τοῦ κηρύγματος γιά μιά πιό ἄμεση ἐπικοινωνία μέ τούς πιστούς. Ὁ Kierkegaard θεωρεῖται ὡς ἕνας «γητευτής» τῆς ψυχῆς. Ἐνώ ἀπό τή μιά γιά πολύ ἁπλούς λόγους ἀρνεῖται μιά θέση στό πανεπιστήμιο ἤ μιά θέση στή θεσμική ἐκκλησία, ἀπό τήν ἄλλη βρίσκει μέσα ἀπό τίς διδαχές του ἕνα δικό του τρόπο ἄμεσης ἐπικοινωνίας μέ τούς πιστούς. Στή πραγματικότητα πάρα πολλά ἐρωτήματα τά ὁποῖα ὁ Kierkegaard προσεγγίζει μέσα ἀπό τά ψευδώνυμα ἔργα του βρίσκουν τίς ἀπαντήσεις τους μέσα στίς διδαχές του. Μπορεῖ νά λεχθεῖ ὅτι αὐτός πού ἐμφανίζεται μέσα ἀπό αὐτά τά ἔργα εἶναι ἕνας ἄνθρωπος τῆς πίστης πού γνωρίζει πολύ καλά τό κλειδί τῆς ὀδύνης του καί τῆς ἀγωνίας του. 

Οἱ Διδαχές του ἀπευθύνονται στόν ὅλο ἄνθρωπο, στό κάθε ἄνθρωπο «σέ κάθε ἄνθρωπο καλῆς θέλησης».[27] Ἀπευθύνεται στόν ἄνθρωπο πού ἀγωνιᾶ νά ἐπεξηγήσει τήν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ στούς ἁπλούς πιστούς. Ἡ μελέτη του ἀρχίζει μέ μιά προσευχή, ξετυλίγει τό μίτο τῆς βιβλικῆς ἑρμηνείας καί διδασκαλίας καί ὁλοκληρώνεται πάλι ἀπό μιά προσευχή. Τίτλοι ὅπως: Τρεῖς Διδαχές ἐπ’εὐκαιρία μιᾶς ἐξομολόγησης, ἑνός γάμου, ἑνός θανάτου ἀποδεικνύουν πώς ὁ ἴδιος αἰσθανόταν ὡς ἕνας ποιμένας χωρίς ἐνορία. Στό ἴδιο πλαίσιο ἀνήκουν οἱ Δύο διδαχές γιά τήν προετοιμασία τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου, δημοσιευμένο τό 1849. Σέ ἄλλες διδαχές πραγματεύεται θέματα πνευματικότητας ὅπως: Ἡ ἀνάγκη τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ὕψιστη ἀρετή τῆς ψυχῆς, Τό Εὐαγγέλιο τῶν ὀδυνῶν, Ἡ ἀληθινή προσευχή εἶναι μιά πάλη μέ τόν Θεό. Κάποιες ἄλλες διαπραγματεύονται βιβλικά θέματα ὅπως: ὁ Τελώνης, ἡ ἁμαρτωλός, ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, αὐτά πού μᾶς διδάσκουν τά κρίνα τοῦ ἀγροῦ καί τά πετεινά τοῦ οὐρανοῦ. Πιθανόν ὅμως Les Oeuvres de lAmour ἀποκαλύπτουν ἐξ ὁλοκλήρου τήν πνευματικότητα καί τήν προσωπικότητα τοῦ Kierkegaard, ἀποκαλύπτουν τό δράμα τῆς προσωπικῆς του ζωῆς καί τό μυστικό τοῦ ἀποτυχημένου του ἀρραβώνα.

Στήν πραγματικότητα ὁ Kierkegaard ἀναζητεῖ τό χαμένο περιεχόμενο τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης. «Δέν εἶναι παράξενο, παρατηρεῖ ὁ ἴδιος, ὅτι μέσα σέ ὅλη τήν Καινή Διαθήκη δέν ὑπάρχει καμιά λέξη ὅσον ἀφορᾶ στήν ἀγάπη μέ περιεχόμενο ἤ ποιητικό ἤ θεοποιημένο κατά τά πρότυπα τῆς εἰδωλολατρείας. Δέν εἶναι παράξενο ὅτι μέσα σέ ὅλη τήν Καινή Διαθήκη δέν ὑπάρχει καμιά λέξη ὅσον ἀφορᾶ στή φιλία μέ περιεχόμενο ἤ ποιητικό ἤ δοξολογικό ὅπως στόν εἰδωλολατρικό κόσμο».[28]


3. Τά ἔργα τοῦ ἀγώνα.
Kierkegaard στρατεύεται ἐξ ὁλοκλήρου στήν ἀποκάλυψη τῆς ἀλήθειας τοῦ χριστιανισμοῦ. Τά «ἀγωνιστικά» του ἔργα εἶναι: τό École du Cristianisme καί οἱ ἐννέα ἐκδόσεις τῆς ἐφημερίδας LInstant.


3.1. École du christianisme. [29]
Τό École du Cristianisme γράφεται τό 1848 καί δημοσιεύεται τό 1850 σέ μιά περίοδο πολιτικῶν ἀναταραχῶν τίς ὁποῖες ὁ Kierkegaard χλευάζει καί εἰρωνεύεται σκωπτικά.[30] Γιά τόν ἴδιο, τό πρόβλημα στήν οὐσία του εἶναι πολύ διαφορετικό ἀπό αὐτό πού ἀποκαλύπεται μέσω τῆς πολιτικῆς καί γι’αὐτό ἡ ἐξέγερση τῶν μαζῶν δέν μπορεῖ τίποτε νά ἀλλάξει. Ἡ ἀληθινή ἐπανάσταση συντελέσθηκε μέ τό χριστιανισμό, ὁ ὁποῖος ἐπιδιώκει νά  μεταμορφώσει τή θρησκεία σέ ἐργαλεῖο αὐτο-θεοποίησης.

Γιά νά γίνει περισσότερο κατανοητός ὁ ἀγώνας τοῦ Kierkegaard θά πρέπει νά γίνει ἀντιληπτή ἡ ἐξέλιξη τῆς ἰδέας τοῦ Θεοῦ στή μοντέρνα φιλοσοφία. Κατ’ἀρχάς ὑπάρχει εἰσβολή αὐτοῦ πού ὀνομάζεται «πολιτικό» σέ αὐτό πού ὀνομάζεται «μυστικό». Εἶναι ἡ στιγμή πού ὁ Kierkegaard πλησιάζει τόν Λούθηρο.[31] Ἀπορρίπτοντας τήν ἀντίληψη γιά τό διάβολο ὡς ἀποδιοπομπαῖο τράγο ὁ ὁποῖος ἄν δέν ὑπῆρχε ἡ ζωή μας θά ἦταν παραδείσια, ὅλο καί πιό σταθερά στηρίζεται πάνω στό «πολιτικό»: «Λούθηρε, ἔχεις ὡστόσο μιά ἐκπληκτική ὑπευθυνότητα. Ὅσο σέ πλησιάζω ὅλο καί περισσότερο καταλαβαίνω ὅτι ἔρριξες κάτω χαμηλά τόν Πάπα γιά νά βάλεις πάνω στό θρόνο του τό λαό. Ἄλλαξες τήν ἰδέα τοῦ «μάρτυρα» κατά τήν Κ.Δ, ἔμαθες στούς ἀνθρώπους νά νικοῦν χάρη στή δύναμή τους».[32]

Πιό ἄμεσα μέ τό École du Christianisme  ἀντιτίθεται συνολικά στήν περιρρέουσα φιλοσοφική σκέψη τῆς ἐποχῆς του. Στά 1793 ὁ Emmanuel Kant μέ τό La religion dans les limites de la simple raison ἔχοντας καταθέσει τό θετικισμό τοῦ ὀρθοῦ λόγου φυσικοποιοῦσε τή θρησκεία. Ὁ ἄνθρωπος μέσα ἀπό τή φιλοσοφική του ἐνασχόληση μποροῦσε νά ἀνέβει μέχρι τόν Θεό καί ὁ Θεός κατά συνέπεια δέν ἀποκαλύπτεται πλέον πρός τόν ἄνθρωπο μέσα ἀπό τή χάρη καί τήν Ἐνσάρκωσή Του. Κατά τόν Hegel στό Leçons sur la philosophie de la religion, τό Ἀπόλυτο θεοποιεῖται καί ἀποκαλύπτεται μέσα στήν ἱστορία καί ἀπό τήν ἱστορία. Ὁ ζών Θεός γίνεται ἔτσι ἡ ἀποκάλυψη τοῦ τέλους,  θεογονία καί κοσμογονία συγχέονται, καθώς χωρίς τόν κόσμο ὁ Θεός δέν εἶναι Θεός. Κατά τόν Hegel ἡ Ἀποκάλυψη τοῦ θεοῦ δέν ὑπάρχει μία φορά μέσα στήν ἱστορία στό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ πού ἐνσαρκώνεται, ἀλλά ὅλη ἡ Ἱστορία εἶναι ἀποκάλυψη διότι «ἡ θεϊκή φύση καί ἡ ἀνθρώπινη φύση καθ’ἑαυτή δέν εἶναι διαφορετικές: ὁ Θεός ἀποκαλύπτεται λαμβάνοντας ἀνθρώπινη μορφή».[33]David Strauss τήν ἴδια ἐποχή διαχωρίζει τόν ἱστορικό Ἰησοῦ ἀπό τόν ἰδεατό.

Σ’αὐτόν τόν ὁποῖο ὅμως ὁ Kierkegaard ἀπαντᾶ ἄμεσα εἶναι ὁ Feuerbach. Tό 1841 δημοσιεύεται τό ἔργο του Lessence du Christianisme ὅπου ἀνάμεσα σέ ἄλλα διαβάζουμε καί τά ἐξῆς: «Ἡ χριστιανική θρησκεία ἀποτελεῖ τό σύνολο τῶν σχέσεων τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν ἄνθρωπο μέσα ὅμως σέ ἕνα πλαίσιο πού θεωρεῖ τόν ἄνθρωπο ἕνα ὄν διαφορετικό ἀπό αὐτό πού εἶναι. Τό θεῖο δέν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπό τό ἀνθρώπινο, ἀπελευθερωμένο ἀπό τά δεσμά καί τά ὅρια τοῦ ἀτόμου ὅπως αὐτά τοῦ ὑλικοῦ σώματος καί τῆς ὑλικῆς πραγματικότητας. Εἶναι ἕνα ὄν ἀντικειμενοποιημένο, δηλ ἕνα ὄν κατ’ἐξοχήν ἀντικείμενο ἀνθρώπινης λατρείας καί ἀνθρώπινης σκέψης. Ὅλοι οἱ προσδιορισμοί τῆς θείας οὐσίας εἶναι κατά συνέπεια προσδιορισμοί τῆς ἀνθρώπινης οὐσίας».[34] Καί πιό κάτω σέ ἄλλο σημεῖο ἀναφέρει: «Ἐκεῖ ὅπου προβάλλει ἡ συνείδηση τοῦ ἀνθρωπίνου εἴδους, ἐκεῖ ὁ Χριστός ἐξαφανίζεται... διότι δέν ἦταν παρά ὁ ἀντικαταστάτης, ἡ εἰκόνα τῆς ἑνότητας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους».[35]

Γιά τόν Kierkegaard, ὁ Feuerbach ἀρνεῖται στήν πραγματικότητα τόν παγανισμό μέσα στόν ὁποῖο ἔχει περιέλθει ὁ χριστιανισμός. Πρέπει λοιπόν νά ὑπάρξει ἐπιστροφή στό ἄτομο, δηλ σ’αὐτό τό ὄν ἀπό σάρκα καί αἷμα πού ζεῖ τραγικά τήν ὕπαρξή του μέσα ἀπό τήν ἀγωνία ἡ ὁποία τοῦ ἀποκαλύπτει τήν παρουσία τοῦ ἀοράτου. Παραδόξως, ἡ ἀπουσία εἶναι αὐτή πού ἀποκαλύπτει τήν ὕπαρξη μέ τόν ἴδιο τρόπο κατά τόν ὁποῖο ἡ ἀπουσία τοῦ νεροῦ στήν ἔρημο μᾶς κάνει νά ἀποδεχόμαστε τήν ὕπαρξή του. Ὁ Feuerbach βάλλει κατά τοῦ κατεστημένου χριστιανισμοῦ καί γιά αὐτό στό Journal Kierkegaard ἀποδέχεται καί ἀναγνωρίζει πολλές ἀπό τίς ἀνησυχίες καί τίς κριτικές του.[36] Τοῦ ἀναγνωρίζει τήν προσπάθεια «γιά τόν ἀγώνα τοῦ χριστιανισμοῦ ἐνάντια στούς σύγχρονους χριστιανούς. Εἶναι γεγονός ὅτι ὁ ὑπαρκτός χριστιανισμός εἶναι ἀποηθικοποιημένος΄ χάσαμε κάθε σεβασμό ἔναντι ὅλων τῶν ὑπαρξιακῶν ὑποχρεώσεων τοῦ χριστιανισμοῦ. Ἔτσι ὁ Feuerbach λέει: Ὡς ἐδῶ! Ἐάν θέλετε νά ἔχετε τό δικαίωμα νά ζεῖτε ἔτσι ὅπως ζεῖτε, ὀφείλετε νά παραδεχθεῖτε ὅτι δέν εἶστε χριστιανοί! Ὁ Feuerbach καταλαβαίνει τί ἀκριβῶς συμβαίνει μέ τό θεσμικό χριστιανισμό, δέν ἀντιπαρατίθεται ὅμως προκαλώντας, προτιμᾶ νά μήν εἶναι πλέον χριστιανός... Δέν εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ Feuerbach ἐπιτίθεται στό χριστιανισμό΄ ἐπιτίθεται στούς χριστιανούς ἀποδεικνύοντας ὅτι ἡ ζωή τους δέ συμφωνεῖ  μέ τή διδασκαλία τοῦ χριστιανισμοῦ».[37]


3.1.α. Linvocation. [38]                                   
Στό κείμενο αὐτό ὁ Kierkegaard ἐπιβεβαιώνει τήν ἄποψή του γιά τή διαφορά πού ὑφίσταται ἀνάμεσα στόν πιστό ἀπό τό ἕνα μέρος καί στό φιλόσοφο ἀπό τήν ἄλλη. Ἡ πίστη εἶναι αὐτή πού μᾶς κάνει σύγχρονους τοῦ Ἰησοῦ, αὐτή πού μᾶς δίνει τό δικαίωμα νά γνωρίσουμε τόν ἀληθινό Ἰησοῦ, τόν πραγματικό. Αὐτόν πού στέκεται «μακρυά ἀπό ἄδειες μνῆμες χωρίς οὐσία, μακρυά ἀπό τήν ἔπαρση καί τήν ἀλαζονεία πού ἀπογυμνώνουν τή σκέψη, ἀπό τό φλύαρο σταυροδρόμι  τῆς ἱστορίας». Ἀκόμη καί ἄν δέν κατονομάζονται, ὁ Kierkegaard ἀναφέρεται ἐδῶ στίς διάφορες φιλοσοφικές ἰδέες, οἱ ὁποῖες ξεκινοῦν ἀπό ἄλλα δεδομένα ἀπό αὐτό τῆς πίστης καί γίνονται κατά τή γνώμη του ἀξιοθρήνητες καθώς προσπαθοῦν νά κατακευάσουν ἕνα Χριστό ποιοτικά ἐμπορεύσιμο, μιά φάρσα ἤ μιά κωμωδία ἡ ὁποία ἀδυνατεῖ νά διασκεδάσει ἀκόμη καί τά μικρά παιδιά. Ἡ προσπάθεια νά γίνει ὁ Χριστός ἕνα κομμάτι τῆς χεγκελιανῆς σύλληψης  τῆς ἱστορίας καί ὄχι τό κέντρο τῆς ἱστορίας ὁδηγεῖ τό χριστιανισμό σέ ἕνα κενό καί σέ μιά ἄρνηση τῆς ἱστορικῆς του πραγματικότητας. Ἄν ἰσχύει αὐτό, μποροῦμε κάλλιστα νά ἔχουμε μιά ρομαντική προσέγγιση τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ ἤ τοῦ μηνύματός του ὅπως αὐτό ἐκφράστηκε μέσα ἀπό τό θεσμό καί τούς ἐκπροσώπους τῆς ἐκκλησίας. Μποροῦμε ἐπίσης τελικά μέσα ἀπό μιά θετικιστική ἀφετηρία ὑποθέσεων καί συμπερασμάτων ἀρχαιολογικοῦ τύπου νά ἐρευνοῦμε γιά ἕνα κάποιο μυθικό ἄνθρωπο-Ἰησοῦ, ὁριοθετημένο καί πεπερασμένο, καθώς θά εἶναι ἀδύνατον νά κατανοήσουμε ὅλα αὐτά πού μᾶς εἶπε ὅτι εἶναι.

Ὅμως ὁ Kierkegaard δέν παραμένει ἀπόλυτα συγκεντρωμένος σ’αὐτό. Προσκαλεῖ τόν ἀναγνώστη νά ἀνακαλύψει αὐτό τό ὁποῖο συνθέτει ἡ δυναμική τῆς πίστης στόν Ἰησοῦ, νά ἀνακαλύψει καί νά κατανοήσει τό σκάνδαλο τῆς ἐγωϊστικῆς νόησης καί ἄρνησης. Ἄν κάποιος θέλει νά μελετήσει σοβαρά τόν χριστιανισμό, θά πρέπει νά ἀποδεχθεῖ ὅτι ὑπάρχουν γεγονότα  τά ὁποῖα χαρακτηρίζονται ὡς ἀρκετά παράδοξα: ἕνας ταπεινός ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος τήν ἴδια στιγμή εἶναι καί σωτήρας ὅλων τῶν ἀνθρώπων, προσφέρει ἀγάπη, ἀλλά συναντᾶ τό μίσος καί τή βία, δυνατός τή στιγμή τῶν σημείων καί τῶν θαυμάτων,  ὑποταγμένος ὅμως χωρίς καμιά ἀντίσταση στήν κακία τῶν ἀνθρώπων. Τό νά μή προσεγγίζουμε κατά τρόπο ὑπαρξιακό αὐτά ὅλα τά παράδοξα σημαίνει ὅτι ἀρνούμαστε τό χριστιανισμό καί σκανδαλοποιοῦμε τόν Ἰησοῦ. Ἡ ἄρνηση τοῦ σκανδάλου τῆς πίστης ὁδηγεῖ σέ ἕνα πολύ μεγαλύτερο σκάνδαλο ἀπό αὐτό ἀκόμη καί τοῦ σκανδάλου τῆς διαφθορᾶς, καί τῆς ἠθικῆς ἔκπτωσης: αὐτό τῆς βλασφημίας κατά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.[39]

3.1.β. Le Christianisme comme absolue: la contemporaineité du Christ.[40]
Αὐτό τό κείμενο εἶναι ἀκόμη πιό χαρακτηριστικό τοῦ τρόπου μέ τόν ὁποῖο ὁ Kierkegaard προσεγγίζει τή φιλοσοφία. Σ’αὐτή τή περίπτωση ἐφαρμόζει μιά σκληρή εἰρωνία ἡ ὁποία ὅμως δέν μπορεῖ νά ἀποκρύψει μιά ἀπόλυτη αὐστηρή ἐπιχειρηματολογία. Ἔχει ὡς ἀφετηρία τήν ἴδια τήν πραγματικότητα τήν ὁποία ἐπαγγέλεται μέ ἀπαιτητικό τρόπο ὁ χριστιανισμός: τό αἰώνιο Ἀπόλυτο τό ὁποῖο ἐπιλέγει ἐλεύθερα νά σαρκωθεῖ μέσα ἀπό τήν ἀνθρώπινη ἱστορία. Ἡ λογική μπροστά σέ μιά τέτοια πραγματικότητα μεταβάλλεται σέ ἀνοησία. Ἀναζητεῖ νά κατανοήσει γεγονότα τά ὁποῖα  οὐσιαστικῶς εἶναι ἀνίκανη νά προσεγγίσει. Ψάχνει, προσπαθεῖ νά ἀντιληφθεῖ, νά ἐμβαθύνει, νά διεισδύσει, νά διαγνώσει. Γιά τόν Kierkegaard ἐδῶ βρίσκεται καί ἡ ἀφετηρία ὅλων τῶν φιλοσοφικοθεολογικῶν συστηματοποιήσεων οἱ ὁποῖες στήn πραγματικότητα εἶναι γελοῖες καί καταδικασμένες ὡς ἀπόπειρες κατανόησης θείου.[41]

Οἱ ἴδιες αὐτές προσπάθειες καί ἀπόπειρες ὁδηγοῦν τό χριστιανισμό σέ πιθανά ἀδιέξοδα καθώς στό χῶρο τῆς πίστης τίποτε δέν ἔχει εἰπωθεῖ κατά ἀπόλυτο καί ὁριστικό τρόπο. Ἡ πίστη ἀναζητεῖ τήν ὑπαρξιακή της διάσταση στό χῶρο τῆς ζωῆς τοῦ καθενός. Αὐτό προϋποθέτει μιά ἡρωϊκή πράξη ἀπό τόν ἄνθρωπο. Γιά τόν Kierkegaard ὅμως οἱ ἐποχές δέν εἶναι πλέον ἐποχές ἡρώων καί μαρτύρων, ὅπως συνέβη αὐτό στήν πρώτη ἐκκλησία, ἀλλά ἐποχές ἀστικοποίησης καί διάσπασης. Καιρός τῆς κατάπτωσης, τῆς μαλθακότητας, τῆς νάρκωσης ἀναφέρει ὁ ἴδιος, καιροί πού συντηροῦνται κατ’αὐτούς τούς τρόπους ἀπό τούς ἴδιους τούς κληρικούς. [42]

Ἐδῶ ἴσως βρίσκεται καί τό μυστικό τῆς κλήσης τοῦ ἴδιου τοῦ Kierkegaard. Ἔχει τή διαίσθηση ὅτι ἔχει μιά ἰδιαίτερη ἀποστολή νά ἐκπληρώσει ἡ ὁποία δέν ἔχει νά κάνει πιθανόν μέ τήν ἀποστολή ἑνός ἀρχηγοῦ ἤ ἑνός μεταρρυθμιστή τόν ὁποῖο ἀκολουθεῖ μιά συγκεκριμένη ὁμάδα. Ἡ ἀποστολή τοῦ Κierkegaard εἶναι νά διαχωρισθεῖ ἀπαραιτήτως ἀπό τούς ὑπολοίπους τῆς ὁμάδας ἔχοντας ὡς σκοπό νά ἐπαναφέρει τό Χριστό μέσα σ’ ἕνα χριστιανισμό χωρίς Χριστό. Αὐτό ἀπαιτεῖ μιά ἰδιαίτερη κλήση, τήν κλήση ἑνός μάρτυρα. Πολλές φορές ὁ ἴδιος συνέκρινε τήν κλήση του μέ αὐτή τοῦ Σωκράτη ὁ ὁποῖος γοητευμένος ἀπό τή θεότητα προσπαθοῦσε νά ξυπνήσει τούς  ἐγκλωβισμένους στίς μέριμνες τοῦ κόσμου καί τίς φλυαρίες τῶν σοφιστῶν Ἀθηναίους. Ὁ Kierkegaard ἀπορρίπτοντας ὅλες τίς φιλοσοφικές ἀπόπειρες συστηματοποίησης τοῦ χριστιανικοῦ μυστηρίου μιλᾶ συνεχῶς γιά τό παράδοξο, τήν τρέλα γιά τό σαρκικό ἄνθρωπο, τό σαρκικό ἄνθρωπο πού ὑπερηφανεύεται γιά τή λογική του.

Πίστη καί παράδοξο. Περιέργως δέν μποροῦμε νά κατανοήσουμε ἐπακριβῶς τό παράδοξο τῆς πίστης, ἐάν προηγουμένως δέν προσπαθήσουμε νά κατανοήσουμε τή φιλοσοφική σκέψη τοῦ Kierkegaard μέσα ἀπό τό χρόνο, τήν ἱστορία καί τήν ὑπαρξιακή της διάσταση.[43] Αὐτό ἄλλωστε ἀπετέλεσε καί ἕνα ἀπό τά στοιχεῖα τῆς σκέψης του πού ἀνέπτυξαν κατά πολύ οἱ μεταγενέστεροι ἐρευνητές. Ἐνδιαφέρει ἴσως πολύ λίγο ἐδῶ τό ἄν οἱ ἐπίγονοί του ἐπέλεξαν τό πολυμερισμό καί τόν κατακερματισμό τῆς θεολογικῆς του σκέψης. Τό γεγονός, τό πιό σημαντικό, εἶναι ὅτι ἡ θεολογία του στηρίζεται πάνω σέ μιά ὑπαρξιακή φιλοσοφία πού ἔχει ὡς θεμέλιο της αὐτό πού θά μποροῦσε νά ὀνομασθεῖ διαλεκτική τοῦ χρόνου καί τῆς ὕπαρξης. Ἡ ὕπαρξη ὁδηγεῖ τόν ἄνθρωπο στήν ἐλευθερία, καθώς κάθε πράξη τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης πηγάζει ἀπό τό γεγονός τῆς ἀνθρώπινης ὑποκειμενικότητας ἡ ὁποία καί ἀναλαμβάνει ἐξ ὁλοκλήρου τό βάρος τῆς ὑπευθυνότητας γιά ὅτι δήποτε πράττει. Ὑπερβαίνει τό χρόνο καί γίνεται ἡ κάθε ἀπόλυτη ἀρχή. Ἐδῶ ἴσως ὁ Kierkegaard ἐκφράζει τήν πιό πλήρη ἀντίθεσή του στόν Hegel καθώς ὑπογραμμίζει τό μοναδικό καί ἀπόλυτο χαρακτήρα τῆς κάθε ὑπαρξιακῆς πρακτικῆς τοῦ ἀνθρώπου.[44]

Hegel διακήρυττε συνεχῶς ὅτι ἡ θεωρητική του φιλοσοφία εἶναι ὁ «ἀληθινός χριστιανισμός» καί ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ Ἀπολύτου ἐπαναπροσεγ-γίζεται καί ἐπανατοποθετεῖται μέσα ἀπό τή «λογική» τῶν φιλοσόφων. Ὅμως, ὅπως σέ ὅλα τά φιλοσοφικά συστήματα πού στηρίζονται στήν ἰδέα τῆς ἀλλοτρίωσης ἔτσι καί ἐδῶ ἡ ἔννοια τοῦ «ἀληθινοῦ χριστιανισμοῦ» σχετικοποιεῖται τή στιγμή τῆς «Κένωσης» τοῦ Θεοῦ μέσα στήν Ἱστορία. Μέ μιά πρώτη ματιά ἡ χεγκελιανή θεωρία μπορεῖ νά χαρακτηρισθεῖ ὡς μιά χριστολογική γνώση ἐπικεντρωμένη πάνω στή σύλληψη τῆς Κένωσης καί τῆς ἔννοιας ἑνός Χριστοῦ ὡς μεσίτη ἀνάμεσα σέ Θεό καί ἀνθρώπους.[45]

Hegel δανείζεται ἀπό τό χριστιανισμό τήν ὁρολογία μέσω τῆς ὁποίας προσπαθεῖ ἤ ἐπιζητεῖ νά δώσει λύσει σέ ἄλυτα προβλήματα τῆς ἰδεαλιστικῆς φιλοσοφίας. Μιά τέτοια ἑρμηνεία τῆς χεγκελιανῆς σκέψης καταδεικνύει ὅτι ὁ Hegel προσλαμβάνει στήν ἰδεαλιστική του σύλληψη, ἀπό τόν Kant  τή γνώση πού προέρχεται ἀπό τήν αὐτονομία τοῦ λόγου ἀπό δέ τούς ρομαντικούς  τή ζωτική καί ὀργανική θεώρηση τοῦ πραγματικοῦ. Τό πραγματικό στό σύνολό του ὡς Φύση καί ὡς Ἱστορία εἶναι ἡ ζωή καί ἡ ζωή εἶναι ἡ ὁλότητα, ἡ συνολικότητα, ἡ ἀένναη κίνηση τῆς ζωῆς καί τοῦ θανάτου. Ἀπό τόν ὀρθολογισμό τῆς ἐποχῆς τοῦ Διαφωτισμοῦ κληρονομεῖ τή φιλοδοξία νά πραγματοποιήσει τήν τέλεια ἑνότητα λόγου καί πραγματικοῦ ἔχοντας ὡς στόχο νά μεταμορφώσει τό λόγο μέ τέτοιο τρόπο ὥστε αὐτός νά ὑπηρετεῖ τό ὅλον τῆς ζωῆς. Ἡ ὕπαρξη de présentialité(Gegenwärtigkeit) κατά τούς ρομαντικούς βρίσκει τήν τελική της ὁλοκλήρωση μέσα στή σταθερότητα αὐτοῦ καθ’ἑαυτοῦ τοῦ Πνεύματος.[46]

Κατ’ αὐτόν τόν τρόπο ἡ χεγκελιανή ἄποψη γιά τήν ἱστορία γεννήθηκε μέσα ἀπό μιά ἰδιαίτερη θεώρηση τῆς γνώσης γιά τήν Ἐνσάρκωση. Αὐτή γίνεται ἀντιληπτή ὡς πράξη μέσα ἀπό τήν ὁποία ὁ Θεός σταματώντας νά εἶναι Θεός διαχέεται καί εἰσχωρεῖ μέ διαφορετικές μορφές παρουσίας μέσα στήν ἱστορία. Ὁ Θεός εἶναι κατ’οὐσίαν ἀποκαλυπτικός(Entäusserung), ὁ Θεός εἶναι Κένωση.[47] Ἡ χεγκελιανή σκέψη παρουσιάζεται ἔτσι ὡς μιά ἀκραία μορφή τῆς θεολογίας τῆς Κένωσης ὅπως αὐτή ἀναπτύχθηκε ἀπό τούς θεολόγους τῆς λουθηρανικῆς προσέγγισης γιά τήν ἀλληλοπεριχώρηση τῶν ἰδιωμάτων (communicatio idiomatum). Ὁ Θεός εἶναι Κένωση καί ἡ Κένωση ἀποτελεῖ τήν πρώτη φάση μιᾶς συνεχοῦς διαλεκτικῆς κίνησης. Ἀπό τή θεληματική ταπείνωση τοῦ Θεοῦ στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ πού φθάνει μέχρι τό γεγονός τοῦ θανάτου προκύπτει ἡ δοξολογία «ὅτι Κύριος Ἰησοῦς Χριστός εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός». Ὅμως τά θεῖα πρόσωπα δέν εἶναι τίποτα ἄλλο παρά οἱ ἐποχές τῆς Ἱστορίας καί ἔτσι ἡ θεία ἰδιότητα τῆς ἀμεταβλητότητας χάνεται. Παρ’ ὅλα αὐτά ὁ Hegel συνεχίζει νά παρουσιάζει τή φιλοσοφία του ὡς τήν ἀλήθεια τοῦ χριστιανισμοῦ ἐπεξηγώντας ὅτι ἐπειδή ὁ Θεός ταυτίζεται μέ τήν Κένωση ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τή δομή τῆς Ἱστορίας αὐτή εἶναι τήν ἴδια στιγμή ἄρνηση καί ἐπαναποδοχή τοῦ Θεοῦ.[48]

Κατά τόν Kierkegaard παρ’ ὅτι τό θέμα τῆς Κένωσης προϋποθέτει μιά ἱστορική θεώρηση τῆς ἱστορίας, τό θέμα τῆς ἀλλοτρίωσης ἀποκαλύπτει μιά ἄλλη πνευματική θεώρηση πού χαρακτηρίζεται ἀπό τόν ἀποκλεισμό τῆς ἀποκάλυψης καθ’ ἑαυτῆς. Στόν Hegel, ὡς κοινωνιολόγος τοῦ θρησκευτικοῦ φαινομένου, ὁ ἀποκεκαλυμμένος Θεός εἶναι μιά ἐπαναπαρουσίαση, μιά φαντασιακή δημιουργία τοῦ δύστυχου ἀνθρώπου.[49] Ὁ χριστιανισμός ἀποτελεῖ μιά θρησκεία τῶν σκλάβων πού γεννιέται τή στιγμή τῆς παρακμῆς τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας. Ἔτσι τά χριστιανικά δόγματα δέν ἔχουν κανένα ἀντικειμενικό καί ὀρθολογικό θεμέλιο.[50] Αὐτή ἡ ἀντίληψη ὁδηγεῖ σέ μιά ἀπαλλαγή τοῦ ἀνθρώπου ἀπό αὐτά πού κατέχει ὡς δῶρα τοῦ Θεοῦ. Ἡ ὀπτική τῶν σχέσεων δημιουργοῦ καί δημιουργήματος γίνεται κατ’ αὐτόν τό τρόπο ἀνταγωνιστική.[51]

Kierkegaard χρησιμοποιεῖ ἀρκετά συχνά τή λέξη «παράδοξο» γιά τόν Ἰησοῦ καθώς αὐτός ὁ ἴδιος ἀποτελεῖ τό παράδοξο καί ἀκόμη δέ περισσότερο παράδοξο ἀποτελεῖ ἡ Σταυρική του θυσία. Γι’ αὐτό καί ἡ θυσία του ἀποτελεῖ γεγονός διάσπασης γιά τό χρόνο μέσα ἀπό τό γεγονός τῆς Σταυρικῆς του ἐλευθερίας. Ἡ ὁριζόντια διάσταση εἶναι ὁ χρόνος ὅπου ὑποτάσσονται οἱ αἰτίες καί τά γεγονότα΄ ἡ κάθετη διάσταση εἶναι ἡ ρήξη ἀνάμεσα στίς αἰτίες καί τά γεγονότα. Ὁ Ἰησοῦς ἀποτελεῖ τή τομή, τή διακοπή τοῦ ἱστορικοῦ χρόνου καί ἄρα τό Παράδοξο μέσα ἀπό τό ὁποῖο ἡ Αἰωνιότητα ἔρχεται νά διαχωρίσει τή συνέχεια τοῦ ἐμπειρικοῦ χρόνου. Διακρίνεται ἔτσι μιά ἀναλογία ἀνάμεσα στό πέρασμα στήν αἰωνιότητα μέσω τοῦ προσώπου τοῦ Ἰησοῦ ἐν τῷ χρόνῳ καί ἕνα πέρασμα ἐλευθερίας ὡς μιά ὑπαρξιακή ὑποκειμενικότητα ἐπίσης ἐν τῷ χρόνῳ.

Μέ ὁποιοδήποτε ὅμως τρόπο καί νά προσεγγίσει κάποιος  τό παράδοξο τῆς πίστης ἡ ἄμεση ἐπικοινωνία μέ τόν Θεό, κατά τόν Kierkegaard εἶναι ἀδύνατη, γιατί ὁ Θεός γίνεται ἄνθρωπος κατά μυστηριακό καί θαυματουργικό τρόπο.[52] Τό νά ἐπιχειρεῖ κάποιος νά κατανοήσει τό μυστήριο τῆς ἐνσάρκωσης ἀποτελεῖ βλασφημία πού προέρχεται ἀπό τό χῶρο ἐκεῖνο τῆς φιλοσοφίας  τό ὁποῖο προσπαθεῖ νά ἐγκλωβίσει τόν Θεό μέσα σέ αὐστηρά ὅρια. Αὐτό δέ, ἀποτελεῖ τό σκάνδαλο τῆς λογικῆς ἔναντι τοῦ ὑπερ-παράδοξου τῆς Ἐνσάρκωσης. Μόνο ἡ γνώση τοῦ ὑπαρξιακοῦ παράδοξου ἐπιτρέπει τήν κατανόηση καί τήν πρόσληψη τῆς αὐθεντικότητας τοῦ χριστιανισμοῦ στήν ὁλότητά του μέσα ἀπό τό παράδοξο τοῦ Θεανθρώπου. Ἡ ἰδιαιτερότητα αὐτῆς τῆς θρησκείας εἶναι ἀκριβῶς τό γεγονός τῆς ψηλάφισης τοῦ Θεανθρώπου ὡς ἀντίφαση καί ὡς σκάνδαλο.

Ἄν ὑπάρχει μιά ἀπόλυτη ποιοτική διαφορά ἀνάμεσα στό θεῖο καί τό ἀνθρώπινο, ἄν θέλαμε νά ἐπιμείνουμε πάνω σ’αὐτή τήν ποιοτική διαφορά , ὁ ἄνθρωπος-Θεός ἑνώνει δύο φύσεις οἱ ὁποῖες δέν μποροῦν νά ἀποτελέσουν ὅμως κάτι τό συνθετικό, εἶναι τό παράδοξο τῆς ὑπέρτατης δύναμης, τό ἀπόλυτο παράδοξο. Ὡς τέτοιο γίνεται τό κατώφλι πάνω στό ὁποῖο νικᾶται ἡ λογική καί γι’αὐτό μόνο αὐτό τό παράδοξο τοῦ ἀνθρώπου-Θεοῦ ἀπαιτεῖ τήν πίστη μέσα ἀπό τήν ἀπουσία ὅλης τῆς λογικῆς βεβαιότητας. Γιά τόν Kierkegaard ἡ γνώση πού ἐξαναγκάζει εἶναι κάτι τό ἀπεχθές, εἶναι ἡ πηγή τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ἡ ὁποία μέ μέσον τό éritis scientes, ὁ πειρασμός, προκάλεσε τήν πτώση τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι: «τό ἀντίθετο τῆς ἁμαρτίας δέν εἶναι ἡ ἀρετή, ἀλλά ἡ ἐλευθερία (καθώς ἡ ἁμαρτία ταυτίζεται μέ τήν αἰωνιότητα)». Συνεχίζει: «τό ἀντίθετο τῆς ἁμαρτίας εἶναι ἡ πίστη» πού ἐλευθερώνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν ἁμαρτία, καθώς ἡ ἁμαρτία σάν ἐξαναγκασμός τῆς γνώσης ὑποδουλώνει τόν ἄνθρωπο. Ἡ πίστη λοιπόν σάν μιά κίνηση τοῦ παραλόγου ὅπως τή χαρακτηρίζει ὁ Kierkegaard, εἶναι μιά μετάβαση ἀπό τήν ἀναγκαιότητα στήν ἐλευθερία.[53]


3.1.γ. Incognito[54]
Kierkegaard καλεῖ τόν πιστό νά ἀναρωτηθεῖ πάνω στή φύση τῆς δυνατῆς ἐπικοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό. Αὐτή ἡ ἐπικοινωνία μπορεῖ νά εἶναι εἴτε ἄμεση εἴτε ἔμμεση, ὅμως ἡ ἐπικοινωνία ἡ ὁποία θεμελιώνεται πάνω στό σκάνδαλο τοῦ Ἀνθρώπου-Θεοῦ δέν εἶναι ἄμεση ὅπως αὐτή τῶν θαυμάτων καί τῶν ἐντολῶν. Τό ὑπαρξιακό παράδοξο παραμένει ὡς ἕνα κάλεσμα διαρκῶς ἀνανεωμένο μέσα στό μέτρο πού ἐπιτρέπει τό ξεπέρασμα τῶν ὁρίων τοῦ πνεύματος. Μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι εἶναι ἕνα σημεῖο, ἕνα σημεῖο μή ἀναγκαστικό. Ἡ ἀποδοχή τῆς πίστης παραμένει μία πράξη ἀπολύτως ἐλεύθερη. Μέσα ἀπό αὐτή τή δυνατότητα πηγάζει ἡ ὑπαρξιακή διάσταση τῆς πίστης. Μόνο λοιπόν ἡ ἔμεση ἐπικοινωνία σέβεται τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου καί πολύ περισσότερο τήν θέτει συνεχῶς στή δοκιμασία τῶν ἀποδείξεων. Ἀντιθέτως, στήν ἄμεση ἐπικοινωνία ὁ κανόνας ἤ ὁ νόμος ὁδηγεῖ στήν ὑποταγή, στήν ἀπειλή, στήν ἐκμετάλλευση. Πείθομαι σημαίνει ὅτι μπαίνω σέ κάποια σειρά, σέ κάποια τάξη. Ἔτσι ὅμως ὁ Θεός γίνεται εἴδωλο. Ὑπακοῦμε σέ κάποια διδασκαλία χωρίς νά ἀκολουθοῦμε κάποιο πρόσωπο. Ὅμως αὐτή ἡ  sequela  ἀποτελεῖ ἀκριβῶς τήν ὑπαρξιακή θέση καί κατάσταση τοῦ πιστοῦ, ἕνα γεγονός τό ὁποῖο ὁ Kierkegaard δέ σταματᾶ ποτέ νά τό ὑπενθυμίζει. Εἶναι ἡ προβληματική πού ὁ ἴδιος ἀπευθύνει πρός τούς κληρικούς. Ἀρνούμενοι τό σκάνδαλο ἀρνοῦνται τήν ἴδια στιγμή τήν οὐσία τοῦ χριστιανισμοῦ.

Μέσα στό κείμενο ὑπάρχει μιά διαλεκτική  πού ξεκινᾶ ἀπό τήν ἐξῆς ἀναλογία: ἕνας ἄνθρωπος de valeur  ἐπιθυμεῖ νά περάσει μέσα στήν ἱστορία incognito, μέ ἄλλη μορφή ἀπό αὐτή πού πραγματικά εἶναι. Αὐτό ἀπαιτεῖ ἀπό μέρους του μιά συνεχή ἄρνηση, μιά συνεχή προσπάθεια πού ἔχει ὡς στόχο νά μήν προδώσει τόν ἑαυτό του, νά μήν ἀποκαλύψει ποτέ αὐτό πού πραγματικά εἶναι. Αὐτή ἡ προσπάθεια δέν ἀποτελεῖ κάτι σάν μιά μικρή παραβολή τῆς ὁποίας ὁ σκοπός εἶναι νά μᾶς δώσει νά καταλάβουμε καλλίτερα ἀντιλήψεις καί ἀπόψεις γιά τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἄλλωστε ὁ ἴδιος κατανοοῦσε πάρα πολύ καλά τήν πρωτοτυπία τῶν εὐαγγελικῶν παραβολῶν. Αὐτό τό ὁποῖο ἀναζητεῖ εἶναι νά μᾶς βάλει νά ἀναζητήσουμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι καί νά ἀποδείξουμε τό ποιός εἶναι αὐτός πού παρουσιάζεται incognito. Μιά ἀναζήτηση ταυτόχρονα δραματική καί ἀσκητική. Ἄν δέν κατορθώσουμε νά ἀνακαλύψουμε μόνοι μας αὐτόν πού παρουσιάζεται incognito, τότε παραμένουμε ἐξ ὁλοκλήρου ἀνέγγιχτοι τῆς πραγματικότητας τῆς πίστης ἐν Χριστῷ. Αὐτή ἡ ἀναζήτηση ἀποτελεῖ ἕνα κάλεσμα ὑπέρβασης τοῦ σκανδάλου πού μᾶς βάζει ἡ λογική, «ὁ λόγος», ἔναντι τῆς πίστης. Μιᾶς πίστης πού ταυτίζεται μέ τή θέληση τῆς ὑπέρβασης τοῦ «λόγου» κατά τρόπο Ἀβραμικό καί Ἰωβικό.

Στό κείμενο πάντως δέν ὑπάρχουν μόνο ἀναφορές γιά τό ποιά θά πρέπει νά εἶναι ἡ συμπεριφορά τοῦ πιστοῦ. Τοποθετεῖ τόν πιστό μέσα στό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἔνσαρκος Λόγος τολμᾶ καί παρουσιάζεται ὡς σημεῖο τῆς θεϊκῆς ἀντίθεσης, ὡς τό σκάνδαλο τοῦ διά Σταυροῦ θανάτου. Μόνο ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νά κατορθώσει τό σκάνδαλο τῆς Ἐνσάρκωσης καί μόνο μέσω τῆς πίστης μποροῦμε νά αἰσθανθοῦμε γιά λίγο τήν ὀδύνη τοῦ Χριστοῦ. Δέν πρόκειται ἐδῶ, ὅπως πολλοί πιθανόν νά διακρίνουν, γιά ἕνα ὑποκείμενο μιᾶς εὐσεβιστικῆς ἤ πιεστικῆς προσευχῆς μέ εὐγενικό καί ρομαντικό χαρακτήρα, ἀλλά γιά τό δρόμο πού πρέπει νά ἀκολουθήσει ἀσυζητητί ὅποιος θέλει νά λέγεται μαθητής τοῡ Χριστοῦ.

Γιά τόν Kierkegaard ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ παίζει ἕνα διπλό παράδοξο ρόλο: εἶναι ἀπαραίτητο νά εἶναι χριστιανός ἀλλά εἶναι ἀδύνατον νά εἶναι χριστιανός. Ὁ ἴδιος δέ δίνει κάποια ἀπάντηση τουλάχιστον ὅσον ἀφορᾶ στό κείμενο αὐτό. Ἡ ἀπάντηση ἴσως πού θά μποροῦσε ὁ ἴδιος νά δώσει  θά πρέπει νά ἀναζητηθεῖ στή διάσταση τῆς ἐλπίδας πού προσφέρει ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο. Μιᾶς ἐλπίδας πού ἔρχεται νά δώσει ἀπάντηση στό ἀνθρώπινο δράμα μέσα ἀπό τό θεϊκό δράμα τῆς θυσίας διά τοῦ Σταυροῦ.

3.1.δ.  Nier la communication directe, c’est ériger la foi.[55]
Καί σ’αὐτό τό κείμενο ὁ Kierkegaard καταθέτει σκέψεις καί ἀπόψεις πού μᾶς εἶναι ἤδη γνωστές. Μιά σφοδρή κριτική ἐνάντια στή ἐγελιανή φιλοσοφία καί μιά προσπάθεια κατάθεσης ἑνός παραδείγματος πού θά μποροῦσε νά χαρακτηρισθεῖ ὑπαρξιακό.

Μιλᾶ γιά τήν ὑπαρξιακή κατάσταση τῆς ἀγάπης, ὡς ἐμπιστοσύνης τοῦ ἑνός πρός τόν ἄλλο, δύο ἐρωτευμένων. Ὁ ἄνδρας ρωτᾶ τή γυναίκα: «Πιστεύεις ὅτι σ’ ἀγαπῶ;» καί ἡ γυναίκα ἀπαντᾶ: «Ναί, τό πιστεύω». Στή συνέχεια ὅμως ὁ ἄνδρας ζητᾶ ἀπόδειξη ὅτι πράγματι ἡ γυναίκα αὐτό πού λέει τό πιστεύει καί γι’αὐτό διακόπτει κάθε ἄμεση ἐπικοινωνία μαζί της, «μεταμορφώνεται» καί ὑποκρίνεται. Στήν πρώτη φάση ἡ ἐρώτηση εἶναι ἄμεση στή δεύτερη μεταμορφώνεται ὁ ἴδιος σέ ἐρώτηση πίστης καί ἐμπιστοσύνης πρός τήν ἀγαπημένη του. Μιά διαλεκτική προσέγγιση καταδεικνύει ὅτι ἡ δεύτερη φάση ἀπαιτεῖ πίστη καί ἐμπιστοσύνη πολύ πιό μεγάλη ἀπ’ ὅ,τι ἡ πρώτη.

Ἡ ἀπάντηση λοιπόν εἶναι διπλή γιατί πρῶτον μέσα ἀπό αὐτή τή μεταμόρφωση ἀποκαλύπτεται τί σκέφτεται ἡ ἴδια γι’αὐτόν. Δεύτερον κατανοεῖ ὅτι μέσα ἀπό αὐτήν τή διαλεκτική δέν κρίνεται αὐτός ἀλλά αὐτή καί ἡ ἐμπιστοσύνη της πρός αὐτόν. Εἶναι πλέον ἡ φάση τῶν ὀδυνῶν καί τοῦ πάθους γιατί ἀκριβῶς μιά θετική ἀπάντηση ἀπαιτεῖ τή πίστη στόν ἄλλον. Αὐτή ἡ εἰκόνα κατά τόν Κierkegaard εἶναι ἐνδεικτική τῆς θέσης πού κατέχει ἡ πίστη στόν χριστιανισμό. Ὁ Ἄνθρωπος-Θεός ἀπαιτεῖ ἀπό τόν ἄνθρωπο τή πίστη καί ἀπαιτεῖ ἀπό αὐτόν νά γίνει τό ἀντικείμενο τῆς πίστης του.




4. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Στό LInstant ὁ ἴδιος ὁ Kierkegaard λέει: «Γνωρίζουμε πολύ καλά ὅτι ἕνας ἄνθρωπος μέ δυνατή θέληση ἡ ὁποία τοῦ ἐπιτρέπει νά ἀφοσιώνεται μέ δύναμη σέ μιά ἀλήθεια, παρ’ ὅτι αὐτή ἡ ἀλήθεια πολλές φορές τοῦ προξενεῖ δυστυχία, αὐτός ὅμως ἐπιμένει νά τήν ὑποστηρίζει, ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος ἀποτελεῖ ἐξαίρεση γιά κάθε ἀποχή».[56] Εἶναι ἕνα κείμενο πού γράφεται τή στιγμή πού ὁ ἴδιος ἀναζητεῖ νά καθορίσει τό δικό του ρόλο στήν Ἐκκλησία τῆς Δανίας καί ἐπιτρέπει στό μελετητή νά κατανοήσει καλλίτερα τή μετέπειτα πορεία του.

Ἡ σκέψη τοῦ Kierkegaard μπορεῖ νά χαρακτηρισθεῖ ὡς μιά σκέψη ριζικά ἀντιεπιστημονική καθώς διακατέχεται ἀπό μιά ἐντυπωσιακή ἀλλά καί πειστική ὑποστήριξη τῆς ἀδιαμφισβήτητης πίστης τοῦ χριστιανισμοῦ στό γεγονός, Ἰησοῦς Χριστός. Αὐτή ἡ πίστη ἀποτελεῖ μοναδικό γεγονός γιά κάθε ἄνθρωπο καθώς τό μοναδικό κατ’ ἐξοχήν γεγονός εἶναι τό ἄτομο κατά τήν ὕπαρξή του, τό ἀνθρώπινο πρόσωπο πού ἐνεργεῖ τήν πράξη τῆς ὕπαρξής του, τήν πράξη τῆς γνώσης, τήν πράξη τῆς πίστης, τήν πράξη τῆς ἐλευθερίας, τήν πράξη τῆς ἀγάπης. Ὁ ρεαλισμός του ὁ ὁποῖος διακατέχεται ἀπό τήν ἔννοια τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου ἀποτελεῖ πάνω ἀπό ὅλα, σέ ἀντίθεση μέ τόν Marx  ὁ ὁποῖος ἑνώνει ρεαλισμό καί ὕλη, ἕνα πνευματικό ρεαλισμό. Ἔτσι κατ’αὐτόν ὁ μοναδικός Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου, σέ μιά μοναδική στιγμή τοῦ χρόνου, πάνω σ’ἕνα μοναδικό σταυρό, προσφέρει τή σωτηρία στόν κόσμο.[57]

Τά σημεῖα στά ὁποῖα μπορεῖ κάποιος νά  σταθεῖ ἐπιγραμματικά μελετώντας τό Ecole du Christianisme εἶναι τά ἐξῆς:
1. Ἀρνούμενος ὁ Kierkegaard τή φιλοσοφία συνεχίζει οὐσιαστικῶς νά κάνει φιλοσοφία,[58] παρ’ὅτι ὁ ἴδιος θεωρεῖ ὅτι δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἕνας θρησκευτικός συγγραφέας.
2. Ὅσον ἀφορᾶ στή μέθοδοKierkegaard ἐπιμένει σέ μιά μεθοδολογία τῆς σκέψης του ἀρκετά διαλεκτική καί λογική.[59] Αὐτό σίγουρα τό δανείζεται ἀπό τόν Hegel. Χρησιμοποιεῖ τήν ἀναλογία ἤ τήν παραβολή ἀκόμη καί ὅταν ἐξηγεῖ τά πιό παράδοξα μυστήρια τῆς πίστης,[60] δέν ἀπορρίπτει τή λογική γιατί κάτι τέτοιο θά ἀναιροῦσε τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του ὡς σκεπτόμενο ἄνθρωπο. Ἡ πολεμική του δέ στρέφεται ἐνάντια στή γνώση αὐτή καθ’ ἑαυτή καθώς ἡ ἴδια ἀποτελεῖ χαρακτηριστικό τοῦ ἀνθρώπου, δῶρο τοῦ Θεοῦ κατά τό κατ’εἰκόνα. Ἀντιδρᾶ στή γνώση ἐκείνη πού θέλει νά ὑποκαταστήσει τήν πίστη καί νά ἐρευνήσει τά μυστήρια μέ βάση τήν ἀνθρώπινη λογική. Ἔτσι ὁδηγεῖται στήν ἀπόρριψη καί στήν ἄρνηση τῆς γερμανικῆς ἰδεαλιστικῆς φιλοσοφίας, καθώς  διακρίνει πώς μιά τέτοια φιλοσοφική τάση δέν νοιάζεται γιά τόν ἄνθρωπο, τή ζωή καί τό θάνατό του. Ἀρνεῖται τή γνώση γιά τή γνώση καί ἐπιζητεῖ τή γνώση πού γίνεται πράξη.
3. Κατά βάθος ἡ σκέψη του εἶναι ἀντισυστηματική καί κριτική.[61] Χρησιμοποιεῖ ἀρκετά στοιχεῖα γιά νά καταδείξει τήν ὀρθότητα τῆς φιλοσοφικῆς του σκέψης, ἡ ὁποία ὅμως ἔχει ἔντονο θεολογικό καί ἀπολογητικό χαρακτήρα.[62]  Kierkegaard προσκαλεῖ τήν ἀνθρώπινη σκέψη καί διάνοια νά ἐμβαθύνει στό γεγονός τῆς πραγματικότητας τῆς πίστης. Τό πιό σημαντικό ἴσως εἶναι ὅτι πρέπει νά τοῦ ἀναγνωρισθεῖ ἡ πεποίθηση του ὅτι στό χῶρο τῆς πράξης τῆς πίστης  τίποτε  δέν εἶναι δεδομένο καί προφανές.[63]
5. Γιά τόν Kierkegaard ἡ ἀνθρώπινη ὕπαρξη κατέχει τό ποιοτικό πρωτεῖο πάνω ἀπό ὅλες τίς ἄλλες πραγματικότητες. Ἡ ὕπαρξη δέν εἶναι κάτι τό διανοητικό, δέν εἶναι κάτι πού μπορεῖ νά γίνει ἀντιληπτό μέ τό «λόγο» ὅπως αὐτό ἔγινε μετά τό Διαφωτισμό. Ὁ ἄνθρωπος πού θέλει νά σωθεῖ ὀφείλει νά ὑπερβεῖ τή λογική.[64] Ἡ πίστη δέν εἶναι ὑπόθεση μιᾶς εἰδικῆς élite, ἀποτελεῖ οἰκουμενικό κάλεσμα γιά ὅλη τήν ἀνθρωπότητα.  Τό ζήτημα τοῦ Θεοῦ εἶναι ὑπαρξιακό καί ὄχι ὀντολογικό καί καθώς ὁ Θεός σύμφωνα μέ τόν Ἰωάννη εἶναι ἀγάπη εἶναι φυσικό νά τόν γνωρίζει κανείς μονάχα ὑπαρξιακά μέ τήν ἀγάπη. Στό Miettes philosophiques γράφει: «Ἄν ὁ Θεός δέν ὑπάρχει, θά ἦταν βέβαια ἀδύνατο νά τό ἀποδείξει κανείς. Ἄν πάλι ὑπάρχει, θά ἦταν μωρία νά προσπαθήσει κανείς νά βρεῖ ἀποδείξεις». «Ἐπειδή λοιπόν ὁ Θεός «ἀγάπη ἐστι» τό νά λέει κανείς ὅτι ἡ ἀγάπη εἶναι ἕνα συναίσθημα ἤ κάτι τό παραπλήσιο, εἶναι ἀντιχριστιανική ἀντίληψη. Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ δέν εἶναι ἕνα ἐσωτερικό συναίσθημα καί ἄλλα παρόμοια. Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό ἔργο τῆς ἀγάπης, ἡ ζωή του».[65]

6. Ὁ Kierkegaard ἐνδιαφέρεται πρωτίστως στίς σχέσεις του μέ τή θεσμική ἐκκλησία τῆς Δανίας νά καταδείξει ὅτι αὐτή ἔχει οὐσιαστικῶς λησμονήσει τή σχέση της μέ τό Χριστό καί τό Εὐαγγελικό μήνυμα. Μέ μιά ἔντονη ριζοσπαστικότητα ἡ ὁποία ἔχει συχνά χαρακτηριστικά ὑπερβολῆς διαχωρίζει τή θέση του ἀπό τούς ὑπολοίπους πιστούς καί προφητικά μαρτυρεῖ ἀπόλυτα γι’ αὐτή τήν προσωπική του ἐπιλογή. Ὁ Kierkegaard ζητᾶ ἀπό τόν ἑαυτό του καί τούς ἄλλους ἕνα συνεχή προσωπικό ἀγώνα σωτηρίας καί ἐσωτερικῆς ἀλλαγῆς χρησιμοποιώντας τή φιλοσοφία ὡς ἐργαλεῖο γιά τή πνευματική του τελείωση. Στή σύγκρουσή του μέ τόν ἐπίσκοπο δέν συγκρούεται ἁπλῶς καί μόνο μέ τόν ἐπίσκοπο, ἀλλά οὐσιαστικά μέ ὅλο τόν τότε θεσμικό προτεσταντισμό θεωρώντας ὅτι ἀποτελεῖ τήν «φτιασιδωμένη» ὑποκρισία καί αὐταπάτη καθώς ἐπικαλούμενος δῆθεν τό πρωτεῖο τῆς πίστης ἐγκατέλειψε καί ἐξαφάνισε τήν ἀναγκαιότητα ἐπιβεβαίωσής της μέσω τῶν ἔργων. Ἐπιζητεῖ τό καθ’ὁμοίωσιν μέ τόν πάσχοντα Χριστό καθώς ὁ χριστιανισμός δέν εἶναι ἐξωτερική λαμπρότητα, ἀλλά τραγική προσπάθεια.[66] Αὐτό τοῦ δημιουργεῖ, ὅμως, ἕνα βασικό πρόβλημα καθώς ὁ Χριστός πάσχει ἐν τῷ χρόνῳ, μέσα στήν ἱστορία. Προσπαθώντας νά ἀντιμετωπίσει τήν ἰδεαλιστική σύλληψη τῆς ἱστορίας ἀπό τόν Hegel, περνᾶ στό ἄλλο ἄκρο καί ὑποτιμᾶ τήν ἱστορία θεωρώντας την παράγοντα ἀνάπτυξης τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἐκκλησία ἐγκλωβίζεται μέσα στήν ἱστορία καί ἔτσι γίνεται καί αὐτή παράγοντας τῆς ἁμαρτίας.[67] Ἡ μόνη λύση εἶναι ἡ ὑπέρβαση τῆς ἱστορίας μέσω τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης. Ἄν αὐτό κατορθωθεῖ τότε καμιά μετάνοια δέν εἶναι πλέον ἀπαραίτητη καθώς ἡ ὕπαρξη βρίσκεται σέ πορεία σωτηρίας. 

 Του Χριστοφόρου Αρβανίτη,
Δρ. Θεολογίας-Κοινωνιολογίας της Θρησκείας,
Εκλεγμένου Επίκουρου Καθηγητή στην ΑΕΑΗ Κρήτης.




[1] Εκλεγμένος Επίκουρος  Καθηγητής Κοινωνιολογίας του Χριστιανισμού και της Θρησκείας στην ΑΕΑΗ Κρήτης.
[2] Γιά τή βιογραφία του βλ. ἔπισης Ν. Νησιώτη, Ὑπαρξισμός καί χριστιανική πίστις2, Ἀθήνα, 1969, σς. 40-44.
[3] Βλ. Kierkegaard vivant, Colloque organisé par l’ UNESCO à Paris du 21 au 23 avril 1964, Gallimard, 1966.
[4]Texte cité par Marguerie Grimault στό Grimault M., Kirkegaard, par lui-même, coll.  « Ecrivains de toujours », Le Seuil, Paris, 1962, p.5.
[5] ibid, p.11.
[6] ibid, p.15
[7] Sören Kierkegaard., La difficulté d’ être chrétien, Cerf, Paris, pp. 199-204  τό κεφάλαιο μέ τίτλο “Le péché et le pardon”.
[8]  Pierre-André Stucki., Le Christianisme et l’histoire d’ après Kierkegaard, Basel, 1963, pp.158-163.
[9][9] Ν. Νησιώτης ἀναλύει θαυμάσια τό δίδυμο  Ἀβραάμ-Ἰσαάκ στή σκέψη τοῦ Kierkegaard, ibid, σσ. 60-63 καί σ.75.
[10] μτφρ. τοῦ συγγραφέα ἀπό τό Gusdorf G., Kierkegaard., coll. «Philosophes de tous les temps» Editions Seghers, Paris, 1963, p.63
[11] Grimault, ibid, p.23.
[12] Sören Kierkegaard, La difficulté d’ être chrétien, Cerf, Paris, pp.115-117
[13] Torsten Bohlin., Sören Kierkegaard,  Chez le traducteur, Vendée, 1941, pp.39-55
[14] Στό Etapes sur le chemin de la vie,  tr. Prior et Guignot, NRF, 1948, p.54, cité par Gusdorf p.43., ἐδῶ μτφρ. ἀπό τόν συγγραφέα.
[15] Kierkegaard S., Lettres à Régine, P.-H. Tisseau, Bazoges-en-Pareds, 1949, p. 155-156, cité par Gusdorf pp. 45-46, μτφρ. τοῦ γαλλικοῦ κειμένου ἀπό τόν συγγραφέα.
[16] Cité par J.Brun dans  l’introduction autome 17 des Oeuvres complètes de S. Kierkegaard, Editions de l’ Orante, Paris, 1982, p. XXII.
[17] Carl Koch., Sören Kierkegaard, “Je sers”, Paris, 1934, pp.165-175.
[18] Jean Hersch, “L’ instant” στό Kierkegaard vivant, ibid, pp.94-110. Βλ. ἐπίσης Mesnard P., Le vrai visage de Kierkegaard, Beauchesne, Paris, 1948.
[19] Gusdorf, ibid., p.69, μτφρ τοῦ συγγραφέα.
[20] Φόβος καί τρόμος., Νεφέλη , Ἀθήνα, 1980.
[21] Ἑβρ. 11,8-19. Ὁ Kierkegaard κρίνει ὅτι θά πρέπει νά δώσει μιά ἀπάντηση στή Regine γιά τό χωρισμό τους. Μέσα ἀπό αὐτό τό μικρό ἔργο δίνει τήν ἀπάντησή του. Ἐγκαταλείπει τή σύντροφό του γιά τόν Θεό. Θεωρεῖ ὅτι ὁ Θεός τόν καλεῖ νά βεβαιώσει τήν πίστη του σέ αὐτόν «θυσιάζοντας» τήν ἀγαπημένη του ὅπως ὁ Ἀβραάμ θυσιάζει τό γιό του Ἰσαάκ. Στό ἐξῆς ἡ ἀγαπημένη του δέν ἀποτελεῖ τή σύζυγό του, ἀλλά τή μοῦσα τῆς σκέψης του καί τῆς διάνοιάς του. 
[22] Ἡ ἐπανάληψη., Παπαζήση, Ἀθήνα, 1977.
[23] Kierkegaard δανείζεται τόν τίτλο ἀπό τόν «Ἱππία τόν μείζονα» τοῦ Πλάτωνα: «Ἀλλά δή γ’, ὦ Σώκρατες, τί οἴει ταῦτα εἶναι συνάπαντα; κνήσματα τοι ἔστι καί περιτμήματα΄ τῶν λόγων κατά βραχύ διῃρημένα» (304 α 4-6)
[24] Gusdorf, ibid, p.52.
[25] Ἡ ἔννοια τῆς ἀγωνίας, Δωδώνη, Ἀθήνα, 1971. (Ὑπάρχει καί φωτοτυπική ἀνατύπωση τοῦ 1990).
[26] Στά γαλλικά ἀποδίδεται μέ τόν τίτλο: «Traité du Deséspoir».
[27] La pureté du coeur, μτφρ. καί δημοσίευση ἀπό Tisseau, p.11, καί στό Gusdorf, ibid., p.59.
[28] μτφρ. τοῦ συγγραφέα, Tisseau p.13, στόν Gusdorf, ibid., p.60. Βλ. ἐπίσης Sören Kierkegaard., La difficulté d’ être chrétien., pp.269-271, ὑπό τόν τίτλο “Dieu est amour”.
[29] Chez le traducteur, Baroges-en-pareds (Vendée), 1936, μτφρ. P.H. Tisseau.
[30] Πρόκειται γιά τήν ἑπομένη τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1848 μέ τίς σοβαρότατες συνέπειές της γιά ὅλη τήν Εὐρώπη. Στίς 5 Ἰουνίου τοῦ 1849 ὁ βασιλιάς Χριστιανός VIII καταθέτει σύνταγμα γιά τό λαό. Ὁ Kierkegaard μιλώντας γιά τή Γαλλική Ἐπανάσταση τή χαρακτηρίζει ὡς μιά ὑπόσχεση γάμου πού δόθηκε κατά τή διάρκεια ἑνός χοροῦ (ὅτι πιό ἐπίσημο δηλ γιά ἐκείνη τήν ἐποχή) σέ μιά στιγμή ὅμως εὐθυμίας κατά τήν ὁποία δέν ξέρουμε πιά τί κάνουμε., J. Brun, ibid., p.XV
[31] Régis Jolivet., Aux sources de l’ existentialisme chrétien, Kirkegaard., FAYARD, Paris, 1958, pp.247-260, εἰδικά 256.
Βλ. ἐπίσης Léon Chéstov., Kierkegaard et la philosophie existentielle,  J. VRIN, Paris, x.x, pp.287-301
[32] στό J.Brun,ibid., p.XVII.
[33] Hegel, Leçons sur la philosophie de la religion, Ière partie, ch.1, 2è section, III,3: “la notion de Dieu” (μτφρ. J.Gibelin), Paris, Vrin, 1959, p.129. Ἐδῶ μτφρ. ἀπό τόν συγγραφέα.
[34] μτφρ. τοῦ συγ. ἀπό τή γαλλική μτφρ. τοῦ J. Roy, Paris, 1864, p.38.
[35] ibid., p.309
[36] Jean Brun., “Feuerbach et Kierkegaard” στό Les Cahiers du Sud, no 371, 1963, pp.34-43
[37] ibidem.
[38] Φαίνεται ὅτι Kierkegaard γράφει αὐτό τό μικρό κείμενο ἔχοντας μπροστά του τό Λουκ.18,8: «Λέγω ὑμῖν ὅτι ποιήσει τήν ἐκδίκησιν αὐτῶν ἐν τάχει. Πλήν Υἱός τοῦ ἀνθρώπου ἐλθών ἆρα εὑρήσει τήν πίστιν ἐπί τῆς γῆς», καί τό Ματθ. 11,6: «καί μακάριος ἐστιν ὅς ἐάν μή σκανδαλισθῇ ἐν ἐμοί».
[39] Jean Brun, ibidem.
[40] École du christianisme.,   pp.80-86.
[41] Βλ. Παπανούτσου Ε.Π., Φιλοσοφικά προβλήματα,  Ἴκαρος, 1978, Ἀθήνα, σς. 213—214.
[42] La difficulté d’ être chrétien, pp.46-50
[43] Pierre André Stucki, ibid, pp.71-69
[44] Sören Kierkegaard., Point de vue explicatif de mon oeuvre, Chez le traducteur, Vendée, 1940, pp.39-45.
   Jean Wahl, Études Kierkegardiennes, Fernand Aubier, Paris, x.x. pp.130-140
[45] Georges M-M Cottier, L’  Athéisme du jeune Marx, ses origines hégéliennes, Paris, Vrin, 1959, p.32.
[46] ibid, p.103
[47] ibid, p.29. Οὐσιαστικά ἐδῶ ὑπενθυμίζεται τό Πρός Φιλιππησίους 2,6-7.
[48] ibid. p.33
[49] Paul Asveld., La pensée religieuse du jeune Hegel, Liberté et aliénation, Louvain, 1953, pp.677-680.
[50] Roger  Garaudy., Dieu est mort: Étude sur Hegel, “Bibliothèque de philosophie contemporaine”, pp.iv-44, Paris, PUF, 1962.
[51] Georges M.-M. Cottier, Les voies de l’ athéisme dans le marxisme στό L’Existence de Dieu, “Cahiers de l’actualité religieuse”, 16, Paris, Casterman. 1961, pp.19-33. Τήν ἴδια περίπου κριτική ἀπευθύνει στόν Hegel καί Karl Barth (παρὅτι ἴδιος πίστευε ὅτι Hegel  θά μποροῦσε νά γίνει «Θωμᾶς Ἀκινάτης τοῦ Προτεσταντισμοῦ) λέγοντας ὅτι ἀποκάλυψη μέσα ἀπό τή σκέψη του γιά τήν ὑπεροχή τοῦ λόγου γίνεται εἰδωλολατρεία. Κarl Barth, Hegel, Neuchâtel-Paris, Delechaux et Niestlé, 1955, p.56.
[52] Ματθ. 16,17  27,27 καί 27,46.
Ἰωα. 10,30
1Κορ. 1,23
Κολ., 2,2
Ἰακ. 1,17
[53] Μακράκη Κ. Μιχάλη.,   φιλοσοφία τοῦ Kierkegaard,  Ἵδρυμα Γουλανδρῆ-Χόρν, Ἀθήνα, 1983, σσ. 231-240 διαχρονική ἐξέταση τοῦ προβλήματος γνώση καί πίστη κυρίως μέ συγκρούσεις ἀνάμεσα σέ Pascal καί Descartes  καί Kierkegaard μέ Hegel. Ἐπίσης σσ.251-252 μέ ἀνάλυση τῆς σκέψης τοῦ Kierkegaard μέσω τοῦ Chestov.
[54] École du christianisme.,  pp. 157-164
[55] École du christianisme, pp.173-177
[56] p. 44 στό J. Maritain, La philosophie morale. Examen historique et critique des grands systèmes, Gallimard, Paris, 1960, στό Jacques et  Raϊssa Maritain, Oeuvres complètes, vol.XI, 1960, Editions Universitaires, Fribourg, Editions Saint-Paul, 1991, p.871.
[57] ibid, p.856
[58] Βέϊκος Θ., Ἱστορία καί φιλοσοφία., Θεμέλιο, Ἀθήνα,1999, σ.264.
[59] Βλ. Κωσταρᾶ Γρ., Ἡ διαλεκτική τοῦ Kierkegaard ὡς ἐπανάληψις τῆς σωκρατικῆς μαιευτικῆς, Ἀθήνα, 1971.
[60]  Jean Wahl, ibid, pp. 140-148.
[61] René Maheu., “Allocution” στό Keirkegaard vivant, pp.14-15
[62]  Jean Wahl., ibid., pp.172-183, βλ. καί Ν. Νησιώτη., ibid, σ.194.
[63] Hohlenberg J., L’oeuvre de Soren Kierkegaard: le shemin du solitaire, Albin Michel, Paris, 1960. Θαυμάσια μελέτη τῆς προσωπικότητας τοῦ Δανοῦ φιλοσόφου. Μελετᾶ τή μοναδικότητα τῆς στάσης του μέσα σ’ἕνα κόσμο ὁ ὁποῖος συμπεριφέρεται ὡς μάζα συνθλίβοντας τό ἀτομικό καί τό προσωπικό στοιχεῖο. Ἡ μοναδικότητα τῆς ἀτομικῆς σκέψης ὡς ἐπιλογή ἐλευθερίας ἔναντι τῆς κοινωνικῆς μαζικῆς καταπίεσης ὁδηγεῖ ἀναπόφευκτα σέ ἕνα μοναχικό δρόμο σύγκρουσης μέ κατεστημένες καί κυρίαρχες ἰδεολογίες καί ἀντιλήψεις. Μιά πορεία πού μπορεῖ νά ὁδηγήσει στήν ἀπόλυτη μοναξιά.
[64] Σέ αὐτό τό σημεῖο ὁ Kierkegaard συνεχίζει, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν,  τή φιλοσο-φικόθεολογική παράδοση τῆς Δύσης μέ τήν ἐπισήμανση ὅτι ὅμοιες ἀπόψεις μποροῦν νά ἀναζητηθοῦν στά ἔργα τοῦ Τερτυλλιανοῦ, τοῦ Saint Bernard, τοῦ Angelus Silesius, τοῦ Pascal, στή μυστική θεολογία τῶν Φραγκισκανῶν, στή μυστική πιεστική θεολογία τοῦ Προτεσταντισμοῦ καθώς ὅλοι αὐτοί φαίνεται νά συμφωνοῦν στό γεγονός ὅτι μέσω τοῦ «λόγου» ὑπάρχει μιά συνεχή προδοσία καί ἄρνηση τῆς πίστης.
Βλ. ἐπίσης, Harald Höffding, “ Pascal et Kierkegaard” στό Études sur Pascal, Paris, 1923, pp.93-118. καί
Gabriel Marcel, L’ homme problématique, τό “ De Pascal à Kierkegaard”, Paris, 1955, pp.126-134.
[65] Vie et règne de l’ amour, Aubier, Paris, χ.χ pp.264-282 : “L’ amour espère tout est son espérance n’est jamais confondue”, καί pp.379-395: “L’ éloge de l’ amour par l’ amour”.
[66] Νίκος Νησιώτης μεταφράζει στά ἑλληνικά ἀπό τά γερμανικά τό Der Augenblick : « ἐξαφάνησις τῶν θρησκειῶν ἔχει διάφορα αἴτια, ἀλλ χριστιανική ἀποθνήσκει, ὅπως καμμιά ἄλλη θρησκεία: ἐν τῇ δόξῃ αὑτῆς» σ.42.
[67] ibid., « Ἐκκλησία ἔχει ἀποσυντεθῇ ἀφἑαυτῆς διά τῆς θεωρίας καί τῆ δίψης πρός ἐπιβολήν ἡμῶν τῶν ἀποτελούντων αὐτήν, ἐντός τοῦ κόσμου΄ οὕτω «προδίδομεν τόν Χριστόν», σ. 121

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου